Ιστορίες που μπορεί και να έχουν συμβεί

Δεν φεύγεις όσο συχνά θα ήθελες. Έχεις πλέον μεγαλώσει. Έχεις τόσους που βάλθηκαν να σε μάθουν να μένεις και να πεισμώνεις. Να μη γκρινιάζεις το πρωί που ξυπνάς αλλά να λες ότι αυτή τη μέρα είμαι ζωντανή και αξίζει. Σου δίνεται όμως η αφορμή και πάλι καταφέρνεις να φεύγεις έστω για λίγο. Και αυτή η ευφορία του ταξιδιού, δε συγκρίνεται με τίποτα. Ίσως γι’αυτό αγαπώ τόσο τα ανοργάνωτα ταξίδια. Έχω υπάρξει εξερευνητής και τυχοδιώκτης της πιο απροσδόκητης ζωής. Έχω συνυπάρξει σε παραμύθια που ‘γίναν εφιάλτες. Έχω υπάρξει πληγωμένο ελάφι και ο πιο άγριος των λύκων.

Σ’ένα βραδινό τρένο Χαλκίδα – Θεσσαλονίκη πιθανόν πεντακοσίων ατόμων έχεις δίπλα σου κάποιον που μοιάζει με τον Κιμούλη και ευωδιάζει ουίσκι. Κυρίως κοιμάται. Έχεις φορτώσει στις αποσκευές σου έναν τσακωμό, ένα φόβο, μία αμηχανία ανθρώπων που θα έκαιγαν κάθε ευκαιρία για να μην πας. Το μόνιμο τους λάθος, η αποτροπή. Φτάνεις πάντα κόντρα σε όσα θέλουν να σε κρατήσουν πίσω, χωρίς την οικονομική άνεση που είχες παλιότερα. Δεν πειράζει. Κάνεις τα κουμάντα σου. Έχεις διαβάσει ότι ο Αγγελόπουλος, των μακρόσυρτων πλάνων, πήγε στο Παρίσι με 35 δολάρια στην τσέπη και επέζησε. Αλίμονο αν χανόταν κανείς στη Σαλονίκη. Φτάνεις πρωί, δεν βαρυγκωμάς για τις αποσκευές είναι όσα έμαθες, όσα θυμάσαι, όσα υπήρξες. Τρέχεις να παραλάβεις ένα κλειδί και να πας στο Α.Π.Θ για να ποτίσεις μια φιλία. Η ιδιότητα σου δεν ταιριάζει στους καιρούς, θυσιάζεις πολλά με αμφιβολίες για την αξία των άλλων. Δεν πειράζει εσύ πάντα άλλωστε έχεις τις πόλεις. Αυτές σ’ανάθρεψαν κι ας ήταν η επαρχία που σ’ανέχτηκε στο μεγάλωμα.
Ένα χρόνο και κάτι μετά μπορώ να πω τη φράση «Καθόλου δεν άλλαξες». Συνηθίζω να τη λέω σε πόλεις ποτέ σε ανθρώπους. Είναι ιεροσυλία. Δε σε έχω δει ποτέ ξανά τόσο αγουροξυπνημένη, δε σε έχω παρατηρήσει ποτέ πρωί. Πλανεύτρα όμως ήσουν κι αυτό δε θ’αλλάξει ποτέ. Οι άνθρωποι σου στοχαστικά ευγενικοί, σκύβουν να σηκώσουν από ευγένεια ένα κέρμα κι ένα εισιτήριο, οι οδηγοί των λεωφορείων σου λίγο πιο αγενείς από το μέσο όρο, μα εδώ πρόκειται για μειονότητα. Θα σε πατήσουν και θα σου ζητήσουν το λόγο. Είμαι πολύ νέα και με πολλές πληγές για να με νοιάζει έστω και λιγάκι ο θάνατος.
Έχω κλέψει τις πιο ωραίες σου στιγμές στο παρελθόν, τους νυχτερινούς περίπατους, τα στέκια σου, τις νύχτες με βροχή δίχως ομπρέλα στα σκαλιά ενός παλιού σπιτιού, έχω υπάρξει ένας παρθένος έφηβος που μέθυσες με τα τσαλίμια σου σε ένα ταξίδι δίχως γυρισμό αυτό της αλλαγής. Σ’ερωτεύτηκα για τις ξεχωριστές σου γωνιές , για τις παρυφές της Άνω Πόλης και το μουσείο του Κεμάλ, για την Αριστοτέλους με τους διψασμένους ταξιδιώτες για την καυτή σοκολάτα στις 4 από αυτά τα ιδιότυπα περίπτερα-καφέ, για τις μπύρες στο λιμάνι, για τα φρικιά που άκουγαν Ramones στη Ναυαρίνου. Για τις λέξεις κυρίως και τον ιδεαλισμό μιας εφηβείας στα τετράστιχα του Γιάννη Αγγελάκα και του Παύλου Παυλίδη και μια μετεφηβεία στην άμυνα συναισθηματισμού του Νίκου Πορτοκάλογλου. Υπήρξες ένα ατέρμονο γλέντι ενηλικίωσης που δεν έπαψε ποτέ να είναι εφηβεία.
Ένα χρόνο μετά και κάτι, τίποτα δεν άλλαξες, άλλαξα εγώ. Έμαθα πως αγαπώ το ταξίδι οπουδήποτε και με- και χωρίς σκοπό, σ’επιθυμώ κάθε τόσο, μα σβήνω τη νοσταλγία μου για σένα. Άλλωστε και η νοσταλγία από το νόστο και το άλγος προέρχεται. Εκτιμώ τη διαδρομή, όσα περνούν από τα μάτια μου και όσα αντιλαμβάνομαι. Τους φίλους που μπορεί να ταξιδεύουμε μαζί. Όσους φίλους μπορεί να κάνω στο ταξίδι. Εκείνους που με περιμένουν με καρτερία. Όσα συμβαίνουν σ’ένα τρένο και ακόμα μας επιτρέπουν να μένουμε ζωντανοί.
Έχεις εξιδανικεύσει καθετί αντισυμβατικό άκριτα κι όμως κάπου-κάπου φοβάσαι. Αφού τελειώσει ο λόγος του ταξιδιού και η κλεψύδρα σου έχει εξαντλήσει την άμμο της, θα φύγεις. Δεν το κάνεις ποτέ με ελαφρυά καρδιά και απορώ, γιατί αφού τόσο σ’αρέσει να φεύγεις. Έχει φτάσει η ώρα να γυρίσεις. Όπως πάντα δεν έχεις βγάλει από νωρίς εισιτήριο. Στο γκισέ θα σου πουν πως δεν υπάρχει θέση με το βραδινό , θα αναρωτηθείς αν πρέπει να μείνεις μία μέρα ακόμα, θα σκεφτείς λίγο και τελικά θα βγάλεις ένα εισιτήριο χωρίς θέση. Θα σκεφτείς να καθίσεις στο κυλικείο εάν υπάρχει άδεια θέση και μες την ατυχία, τον τυχοδιωκτισμό σου, θα βρεις μία κενή ανάμεσα σε κάποια παιδιά που δεν μοιάζουν Έλληνες. Δεν ενοχλείσαι, δεν υπήρξες ποτέ ρατσίστρια.
-Να καθίσω; Κάθεται κάποιος;
-Ένας φίλος μας κάθεται απλά πηγαινοέρχεται.
-Ωραία δεν πειράζει, θα καθίσω και αν έρθει σηκώνομαι.
Φανερά θέλουν να σε ξεφορτωθούν. Έχουν χωριστεί σε δύο τραπέζια, παρατηρείς τις φυσιογνωμίες τους, έχουν αρχίσει να βάζουν δυνατά μουσική μέσα σ’ένα πανζουρλισμό και σούρτα φέρτα ανθρώπων που δεν έχουν τελειωμό. Μεγάλη η νύχτα. Εκείνος που κάθεται απέναντί σου ρεύεται,ενώ εσύ μιλάς στο τηλέφωνο για να αντέξεις όσα συμβαίνουν. Ακούς αστειάκια για τη μουσική, για φυλακές. Γελάω από μέσα μου γιατί νομίζω πως τα λένε όλα αυτά για να με διώξουν, αλλά εγώ έχω μάθει να μη φοβάμαι το παράξενο.
Μοιάζουν σαν να έχουν ξεπηδήσει από κάποια ταινία. Στη γωνία απέναντί μου κάθεται ένα κορίτσι μαζί τους. Φοράει μαύρο μαντήλι, διαβάζει Καινή Διαθήκη και κάνει κομποσκοίνι. Προσπαθώ να παρατηρήσω τα μάτια της χωρίς να με θεωρήσουν αδιάκριτη, δε θέλω να δώσω στόχο. Διακρίνω μία ψυχική κούραση και θα ‘θελα να μάθω τόσο πολύ τί έχει περάσει στη ζωή της. Το αγόρι που κάθεται δίπλα της βγάζει ένα βιβλίο γελώντας και λέει «Χριστοήθεια παιδιά κουβαλάμε μαζί». Θα έλεγες πως με τόση θρησκεία να ξεχειλίζει στις βαλίτσες τους ανήκουν σε κάποια αίρεση αλλά δεν έμοιαζαν κάτι τέτοιο.
Μιλώντας μεταξύ τους έλεγαν για το πώς θα πάνε στη Μεταμόρφωση, τι θα κάνουν αν τους πάρει χαμπάρι ο ελεγκτής και τι θα γίνει με τις «αποσκεύες» τους.
Σ’ ένα τρένο του παραλόγου, θαρρώ πως όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει και πως όσο ριψοκίνδυνο και αν ακούγεται, έχει το γούστο του.
Λίγο μετά την Κατερίνη ο ελεγκτής επιστρέφει, θυμωμένος και με αυστηρό τόνο αυτή τη φορά και ρωτάει την παρέα των παιδιών «Γιατί δεν κατεβήκατε;». Κανείς δεν απαντάει.
Αφού ξαναρωτάει, «το τέρας» όπως θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς τον μεγαλύτερο της παρέας λόγω ύψους και σωματικής διάπλασης του λέει χαμηλόφωνα και λίγο βραχνά «Έχω να σου πω…». Τον είδα να σηκώνεται και να τον αποτραβάει στο διάδρομο μεταξύ των βαγονιών όπου δεν υπάρχει κόσμος, να του λέει κάτι, να ανοίγει λίγο την μαύρη χοντρή ζακέτα του και στη συνέχεια να έρχονται ξανά μαζί πίσω με τον ελεγκτή να γελάει φανερά τρομοκρατημένος και να λέει: «Μεταξύ μας, κανένα πρόβλημα όλα καλά» .
Αφού επέστρεψε, είπε στους άλλους «Μόλις του το είπα, ειδικά για εδώ δεν είπε τίποτα». Δεν ξέρω τι σήμαινε το δικό του «εδώ». Αν είχε σκοπό να κάνει κάποιο επεισόδιο, να τα κάψει όλα ή γενικά να τινάξει τα μυαλά ανθρώπων στον αέρα.

Μοιραστείτε: