Πώς να μην ξεπεράσετε τη Μαρία

Δεν είχε έρθει ακόμα. Δύο θέσεις κενές στη μέση του τραπεζιού, μια για μένα, μια γι’αυτήν.
Ψάχνω για δικαιολογία, “θέλω να είμαι στην άκρη για να …” αλλά ο Στέλιος με κόβει, όπως πάντα: “Κάτσε ρε Νίκο, να τα πούμε, χρόνια και ζαμάνια”.
Κάθισα.

Η ψάθινη καρέκλα του κυρ Μενέλαου, το ίδιο άβολη όπως τότε, βυθίστηκε στο χαλικάκι της αυλής. Βυθίστηκα και εγώ σε παλιές στιγμές ραστώνης, τότε που μετά την εξεταστική μαζευόμασταν στου κυρ-Μενέλαου για ρετσίνα. Τότε που τα πιάτα χωρούσαν στο τραπέζι. Πέντε έξι μαντραχαλαίοι με φουντωτό μαλλί και στριφτά τσιγάρα να συζητάνε για ώρες περνώντας με απόλυτη φυσικότητα από τα θέματα του Θωμόπουλου στην οργανική χημεία στα μπούτια της Λίτσας από τα Γιαννιτσά. Ζέστη, με πόδια απλωμένα στις ψάθινες καρέκλες, πάντα περιμένοντας τη Μαρία.
Δεν είχε έρθει ακόμα. Λες να μην έρθει; Καλύτερα.
Εκείνη κατέφθανε πάντα αργοπορημένη με σημειώσεις στο χέρι και τα πυρόξανθα μαλλιά της να πέφτουν ατημέλητα στο στήθος της. Ένα μικροκαμωμένο κοριτσάκι με φακίδες και αχνά φρύδια. Αέρινη. Αλλά είχε μια βραχνάδα στη φωνή και όταν ξεκινούσε να μιλάει σαν να ακούμπαγε στη γη και μου’δινε θάρρος. Και μιλούσε για όλα με πάθος. Και οι φακίδες ξεπρόβαλλαν ακόμη πιο έντονες, και κροτάλιζαν τα βραχιόλια στο αδύνατο χεράκι κάθε που τόνιζε μια λέξη. Και όλα αυτά που έλεγε σωστά θα ήταν μάλλον γιατί ποτέ δεν κατάφερα να παρακολουθήσω μια ολόκληρη σκέψη της. Εκείνη έλεγε για ογκομετρικές αναλύσεις και ιζήματα και εγώ χάζευα το λαιμό της που έγερνε προς τα πίσω ενώ γελούσε με τα αστεία του Άκη. Εγώ δεν την έκανα να γελάει. Και περίμενα τη στιγμή που θα ακουμπούσε τα δάχτυλα στο στόμα της όταν σταματούσε να σκεφτεί.
“Ήρθε και η Μαρία!”, ακούστηκε ο Στέλιος και με κοίταξε με νόημα. Νόημα όμως δεν έβγαλα. Ήθελε να μου πει “να η ευκαιρία σου να επανορθώσεις για τότε στο κάμπινγκ” ή “υπομονή, ξέρω τί τραβάς, αλλά ένα βράδυ είναι θα περάσει”;
Η Μαρία. Δύο καθήκοντα έχει ο χρόνος, να σε γερνάει και να σε κάνει να ξεχνάς. Τίποτα δεν έκανε. Πάλι αργοπορημένη, το ίδιο διαφορετική, να μου χαμογελάει και να μου πετάει το κλασικό “Νικολάκη” που μου έκοβε τα φτερά. Είναι δίπλα μου και την παρατηρώ να αφηγείται ιστορίες δεκαοχτώ ετών. Κάτι λέει για ένα διδακτορικό, ταξίδια στην Ανατολή, φιλοσοφία, τον σύντροφο της ζωής της και εγώ σκέφτομαι το κάμπινγκ, τη φωτιά, ένα μισό φιλί… “Όλα αυτά χωρίς εσένα, Νικολάκη”, μονολογώ. “΄Αστο, στην περίπτωσή σου ισχύει το δεν έπαιξες και έχασες”.
“Μου πιάνεις λίγο το νερό” μου λέει και μου πιάνει το χέρι. Μια στιγμή.
“Τί ταράζεσαι; Αυτό δεν είχατε πάντα με τη Μαρία; Μικρές ανισόρροπες στιγμές σαν αυτήν. Που εσύ φτιάχνεις ιστορίες και αυτή απλά διψάει. Ως πότε να ταλαιπωρείσαι; Προσπάθησε λιγάκι.”
Κάτσε λίγo να σκεφτώ…Να, ορίστε: εγωκεντρική. Είναι τόσην ώρα εδώ και ούτε που γύρισε να ρωτήσει τί κάνω. Για τα κατορθώματά της φρόντισε να μας πληροφορήσει, στο δεκάλεπτο. Και φλύαρη δηλαδή. Ναι, εντάξει έχει αυτήν την βραχνή φωνή. Μα δε μου μιλάει! Πάντα αυτή μιλάει και εγώ την ακούω! Και τώρα που την ακούω για να είμαι ειλικρινής, λίγο δήθεν μου ακούγεται. Φιλοσοφίες, κηρύγματα και χειραφέτηση και από δουλειά τίποτα. Τρώει τα λεφτά του “συντρόφου”. Αμ έτσι χειραφετούμαι και ’γω Μαράκι. Το Μαράκι. Δεν ήταν δα και καμιά γυναικάρα. Να μου πεις στυλ, ναι είχε. Αλλά γυναικάρα δεν τη λες. Συμπαθητικούλα. Αλλά απεριποίητη πάντα. Ανεκπλήρωτοι έρωτες και κουραφέξαλα. Ένας ενθουσιασμός ήταν.
“Νίκο μου, γιατί δε μιλάς, τί σκέφτεσαι;”, με ρωτάει με αναπάντεχη ηρεμία και περνάει τα δάχτυλα στα χείλη της περιμένοντας να απαντήσω.
Και εγώ, στα λίγα δευτερόλεπτα που μου μένουν για να απαντήσω, λέω να μην ξεπεράσω τίποτα. Αφήνομαι στην ομορφιά της Μαρίας.

Μοιραστείτε: