Το σουτιέν του Αη Βασίλη

Προπαραμονή Χριστουγέννων. Ένα ζευγάρι μικρά ποδαράκια τρέχουν άρρυθμα ξοπίσω από μια αλαφιασμένη φιγούρα με ένα μακρύ πράσινο κασκόλ που σε κάθε βήμα τινάζεται νευρικά από πόδι σε πόδι. Η φιγούρα κοντοστέκεται, κοιτάει ψηλά, από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, μισοκλείνοντας πότε πότε τα μάτια. Μυωπικό κουσούρι. “Πώς μου το είπαν μωρέ; Το κεντρί; Όχι, κάπως αλλιώς. Θυμήσου και εσύ! Κοίτα που κόλλησα τώρα. Α, για έλα από εδώ, κάτι φώτα βλέπω. Επιτέλους! “Το μελίσσι”. Κοντά έπεσα”.
Με το που ανοίγει η πόρτα διαπιστώνω πρώτον ότι “το μελίσσι” θα έπρεπε να μετονομαστεί στο “τα μελίσσια” αν θέλει να προσεγγίζει τα πραγματικά επίπεδα βόμβου. Δεύτερον, ότι έγινα σαράντα χρονών και δεν έχω μάθει να βρίσκω πειστικές δικαιολογίες για να την σκαπουλάρω:
“Θα έρθετε στα γενέθλια της Μαρία-Ιουλίας μας την Κυριακή, έτσι; Σας έχω υπολογίσει. Η Μαρία-Ιουλία μου την περιμένει πως και πως την μικρούλα σας”.
“Ναι, …δηλαδή θα προσπαθήσουμε…είναι και Χριστούγεννα…”
“Ακριβώς, θα είναι τέλεια. Σας περιμένουμε”.
Άχρηστη τελείως. Υπομονή, δύο ώρες είναι θα περάσουν. Κάθομαι εν τω μεταξύ στο τραπέζι. Εδώ άλλωστε είμαστε για τα παιδιά. Χαιρετώ την παρέλαση σφολιάτας που καταφθάνει σημαιοστολισμένη. Για να κάνουν φίλους, να κοινωνικοποιηθούν. Νάτα και τα κεφτεδάκια. Έρχονται και οι άλλες μαμάδες, με γυαλισμένα ίσια μαλλιά και αμυγδαλωτά νύχια. Εγώ ασυναίσθητα κρύβω τα δικά μου κάτω από το πράσινο κασκόλ, το πλεγμένο από τη γιαγιά, που το φυλάω στην ντουλάπα μαζί με ένα σαπούνι με άρωμα tobacco, όπως έκανε και εκείνη. Έχει βραχεί λίγο στην άκρη. Πάλι θα σερνόταν.
Ακουμπάνε τα κινητά τους πάνω στην ροτόντα και τα κοιτάνε πότε πότε ενώ έχουν πιάσει την κουβέντα. Νιώθω πως είμαι σε τραπέζι του πόκερ. Η φράση που φοβάμαι δεν αργεί:
“Εσείς, είστε η μαμά της Χαράς;”
Ναι, με αυτήν την ιδιότητα τουλάχιστον έχω έρθει. Και τότε ξεκινάνε αυτές οι ατέρμονες στιχομυθίες που αρχίζουν πάντα με το “εμένα ο δικός μου…” και ποτέ ο ομιλητής δεν προλαβαίνει να τελειώσει την κουβέντα γιατί πάντα κάποιος βρίσκεται να παραθέσει το δικό του “και εμένα ο δικός μου…”. Και όσο διαρκεί η εξιστόρηση των ανδραγαθημάτων εγώ παρακολουθώ το “μελίσσι” των παιδιών, με τις μέλισσες που δε συνεργάζονται, με άλλες που ονειρεύονται να γίνουν βασίλισσες, με εκείνες που τις υπονομεύουν και γελάνε πίσω από την πλάτη τους. Ένα μελίσσι που προσπαθεί να αναπτύξει έναν κώδικα επικοινωνίας αλλά εγώ μέλι δε βλέπω. Μόνο έναν κενό θόρυβο.
“Έρχεται η τούρτα”.
Μπαίνει ο Αη Βασίλης με την τούρτα στο χέρι. “Happy Birthday to you” στα ηχεία.
Κόσμος σηκώνεται. Ανοίγουν κινητά. Κάτι πρέπει να κάνω λέω και εγώ αλλά δεν προλαβαίνω.
“Α…για άλλα γενέθλια ήταν. Έχει πέντε γενέθλια σήμερα!”
Ξανακάθονται οι δικοί μας. Σβήνουν οι οθόνες. Ακολουθεί τραγούδι και χορευτικό. Και ένας μπαμπάς με ολοστρόγγυλη κοιλιά διακοσμημένη με μια ριγέ γραβάτα να βγάζει περιχαρής φωτογραφίες το γιο του. Κάθιδρος, με τα γυαλιά να γλιστράνε στη μύτη του, ένα τρομακτικό handsfree σαν σκαθάρι στο αυτί του να προσπαθεί να συντονίσει τα πόδια του στους ρυθμούς του Μacarena.
Στα γενέθλια νούμερο 2, ο Αη Βασίλης κάνει άλλη μια θριαμβευτική είσοδο με τούρτα μωβ αυτήν τη φορά.
“Όχι, όχι, της Μαρία-Ιουλίας μου είναι “Frozen” η τούρτα!”
Ξανά το “Happy Birthday”, το ίδιο χορευτικό, πάλι η Macarena με τον Αη Βασίλη σε ρόλο Τζέιν Φόντα σε μάθημα αεροβικής.
Πότε είναι η σειρά μας; Έχω έρθει από τις 8 ρε παιδιά. Στην ουρά. Ορίστε το χαρτάκι μου. Επειδή δηλαδή είμαι αφηρημένη να μου φάτε τη σειρά. Ούτως ή άλλως δεν αργούμε. Πέντε λεπτά υπόθεση είναι. Και συγγνώμη, η τούρτα “Frozen” είναι τουλάχιστον παγωτού ή….; Χάζεψα. Πρέπει να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου.
“Μαμά, τουαλέτα”.
“Ναι αγάπη μου, πάμε και φεύγουμε μετά”.
“Ναι αλλά ήθελα να μιλήσω στον Αη Βασίλη”.
“Δεν πειράζει, άλλη φορά. Δεν είδες, είχε πολύ δουλειά σήμερα”.
Ανοίγω την πόρτα της τουαλέτας. Και είναι εκεί, γυμνός από τη μέση και πάνω. Ο Αη Βασίλης. Με την κοιλιά μέσα από το κόκκινο βελουτέ παντελόνι και ένα φούξια σουτιέν. Ούτε καν κόκκινο. Φούξια. Εκείνο το φωσφοριζέ. Κλείνω σαστισμένη την πόρτα.
“Φεύγουμε”.
“Μαμά, αυτός ήταν ο Αη Βασίλης;”
“Όχι”, απαντάω ξερά. Και τυλίγω με μανία το κασκόλ γύρω από το λαιμό μου. Σφιχτά. Με τη μύτη χωμένη στις ξεχειλωμένες θηλιές, που ξυπνούν μυρωδιές από σφιχτές αγκαλιές, σπιτικά γλυκά και την ντουλάπα της γιαγιάς.

Μοιραστείτε: