Χριστούγεννα στον μώλο

Όταν ήμουν μικρός βιαζόμουν να μεγαλώσω. Ξάπλωνα στη φελούκα μας, κοιτούσα τον ουρανό, μύριζα τον αέρα που ερχόταν απ’ τις όχθες, άκουγα τις φωνές των ψαράδων κι ένιωθα τόση ασφάλεια, σαν να είχα κλειστεί σ’ ένα ζεστό, μαλακό κουκούλι. Ήθελα να μακρύνουν τα χέρια μου, να γίνουν σαν του πατέρα μου, που τραβούσαν τα δίχτυα με δύναμη και σιγουριά αλλά και να ‘χω μια τεράστια αγκαλιά για τη μάνα μου.

Μεγάλωνα κι η Νταμιέτα δεν με χωρούσε. Στα δεκαοχτώ μου είχα να διαλέξω ανάμεσα σε δύο δρόμους που ήταν και οι δυό υγροί. Την Μεσόγειο ή το Νείλο. Διάλεξα το δεύτερο. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν ήταν ο σωστός, στην ζωή μου όμως έχω μάθει πως αν χτυπάς μόνος σου δεν πονάς.
Είκοσι πέντε χρόνια τώρα ζω σε αμπάρια ανεμότρατων και γρι-γρι, σε αντρικά χωριά 20-22 κατοίκων που δεν στεριώνουν πουθενά και δεν υπάρχουν στο χάρτη. Είμαι απ’ τους άντρες που μετά τη δουλειά δεν γυρνούν στο σπίτι, τα ρούχα μου έχουν χρώματα ξεθωριασμένα απ’ τον ήλιο, δυσκολεύομαι να περπατήσω στη στεριά με το βήμα των στεριανών, μέρα νύχτα αντικρύζω και πατάω θάλασσα. Έχω ζήσει περισσότερα χρόνια σε ιχθυόσκαλες, μώλους, λιμάνια κι αμπάρια παρά στο σπίτι που γεννήθηκα. Είκοσι πέντε χρόνια προσπαθώ ν’ αγαπήσω μια χώρα που με στηρίζει αλλά και μου θυμίζει συχνά τι είναι ξενητιά. Κάποιες φορές νιώθω σαν ένα δέντρο που οι ρίζες του χώνονται όλο και βαθύτερα στην νέα πατρίδα, αλλά τα φύλλα του καμμιά φορά ριγούν σαν θυμηθούν την παλιά. Και τότε θυμάμαι τη μάνα μου και με με κόπο συγκρατώ τα δάκρυα μου. Τη μάνα μου να μαγειρεύει και να τραγουδά «zoroni kol sana marra”, να με ντύνει, να μου στρώνει τα μαλλιά, να με ρωτά με αγωνία πότε θα γυρίσω όταν μιλάμε τώρα πια στο τηλέφωνο. «Σύντομα» της υπόσχομαι κάθε φορά, μα κάθε φορά με πιάνει αυτό το σφίξιμο στο λαιμό που μου δένει τη γλώσσα και παγώνει τις λέξεις όταν ακούω τη φωνή της απ’ το ακουστικό. Αχ και να ξερε πόσα θέλω να της πω.
Θέλω να της πω πως έμαθα τη δουλειά και με ζητούν όλοι οι καπεταναίοι, έχω φιλους και γνωστούς πολλούς, μαγειρεύω μόνος μου με επιτυχία αρκετές φορές κι ότι είμαι χαρούμενος, χτυπημένος από έρωτα κι ας γυρνώ στο λιμάνι τις περισσότερες φορές μόνος σαν αδέσποτο καραβόσκυλο. Κι αν παλιά έβλεπα τα φώτα του χωριό ψηλά στο λόφο και σκεφτομουν ότι και τα 200 είναι κλειστά για μένα, εδώ και 4 μήνες ένα φως αχνοφέγγει. Ένα κορίτσι κρατάει την καρδιά μου, ένα κορίτσι που μ έκανε να τολμήσω και να βάλω κάτω τη ζωή μου, που έχει τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου, τα πιο μοσχομυριστά μαλλιά κι όταν την φωνάζω Νousa γελάει ρωτώντας με τι σημαίνει.
Κι αν μέχρι πέρσι μετρούσα και καταλάβαινα τις εποχές και τις γιορτές απ’ την κίνηση στο μώλο έχοντας στο μυαλό μου ότι είναι αντρίκεια απόφαση η τόση μοναξιά, φέτος όλα είναι αλλιώς. Περιμένω τα Χριστούγεννα σαν μικρό παιδί, τον δικό μου διαφορετικό Άγιο Βασίλη, χαζεύω τις φωτεινές γιρλάντες στα σύρματα του γερανού, τις καμπανούλες στα δέντρα και στενοχωριεμαι όταν βλέπω βρεγμένους τους μικρούς κόκκινους Αγιοβασίληδες κρεμασμένους πρόχειρα και άσχημα στους στύλους του ηλεκτρικού. Κατέβηκα κι Αθήνα, Σωκράτους 25, super market ο Νείλος. Αγόρασα μολοχία, τουρσί λεμόνι, πίτες, χουρμάδες, φούλια μπασμπούσα, χαρισά, κουβέρτα χωρίς μυρωδιά ψαριού, αλλά και μουσαμαδένιο τραπεζομάντηλο γεμάτο πυραμίδες Αιγύπτου. Κι όταν έπιασα να ανεβαίνω την Ερμού, παντελόνι, πουλόβερ, άρωμα για μένα κι ένα σάλι για την Νousa μου.
Μπλεγμένος σε πολυκοσμία, σε μεγάλους δρόμους και μεγάλα μαγαζιά, σε φώτα και χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, σκέφτηκα ότι η καρδιά θέλει πολύ λίγα για να ζεσταθεί κι ας είναι η αγάπη μου κρυφή απ’ τα μάτια του κόσμου.

Γύρισα πίσω την επόμενη μέρα. Αισιόδοξος και χαρούμενος έπιασα να καθαρίζω και να στολίζω το αμπάρι του καϊκιού. Όταν τελειώσα βγήκα στο κρύο. Περπάτησα τον παραλιακό ακούγωντας το βουητό του νερού ενώ με το χέρι μου σκούπιζα τις πιτσίλες των κυμάτων απ’ το πρόσωπό μου. Κοντοστάθηκα και κοίταξα απ’ το τζάμι της ταβέρνας του λιμανιού.Μια παρέα Αλβανών έπινε μπίρες δίπλα στο τζάκι, ενώ στην ανοιχτή τηλεόραση κάποιος έπαιζε μπουζούκι. Άναψα τσιγάρο, είπα αντίο στην περασμένη μου ζωή και σταθηκα στην στροφή του δρόμου περιμένοντας «τα μάτια μου». Ήμουν σίγουρος πως αυτά τα Χριστούγεννα θα ήταν η ωραιότερη γιορτή της ζωής μου.

Μοιραστείτε: