Θωμάς Μυλωνάς – «Το κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας»

Ο Θωμάς είναι ένας φαρσέρ, είναι ο πιτσιρικάς που μεγάλωσε και πλέον του είναι δύσκολο να χτυπάει κουδούνια και να τρέχει γι αυτό γράφει. Γράφει για φορέσει την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη εκτός Απόκρεων, για να παίρνει συνέντευξη από τον Άγιο Πέτρο, να την λέει στον Πραξιτέλη, να σχολιάζει το εκπαιδευτικό σύστημα, να βάζει λόγια στο στόμα της Ιφιγένειας, να συνομιλεί με τον Σκαρίμπα. Και γράφει με αυτό το περιπαιχτικό τρόπο, ισορροπώντας μεταξύ ενός ρομαντικού Θωμαϊκού σουρρεαλισμού και του υπαρκτού ρεαλισμού, άλλοτε πετυχημένα και άλλοτε επιλέγοντας να πέσει με τα μούτρα συνήθως στο πρώτο. Για να καταλάβετε τη μαστοριά του στο σουρεαλισμό σε ένα διήγημά του κάλεσε τον Εγγονόπουλο και αυτός που υπήρξε ο κύριος εκφραστής του εν λόγω κινήματος σε ζωγραφική και ποίηση, σήκωσε τα χέρια ψηλά. Έχει τόσο θράσος που αυτή τη μίξη πραγματικότητας και θωμαϊκού υποσυνείδητου την κάνει πολλές φορές στην ίδια φράση, στην ίδια εικόνα. Μιλάει για την Αλεξάνδρας και λες: ωραία το΄χω εικόνα και τσουπ- σου λέει ότι τα αυτοκίνητα είναι δύστροπα και εκδικητικά πλάσματα και το χάνεις τελείως. Αυτό το να βάζει πραγματικά στοιχεία το κάνει με μεγάλη ευλάβια γιατί έχει διαπιστώσει και ο ίδιος είναι το καλύτερο δόλωμα ώστε να νομίζεις ότι πατάς σε γνώριμα εδάφη και τότε να σου τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. Ρεξ, παλιά γέφυρα, Λιανή Άμμος, Χαϊνά. Έχω πέσει σε όλα αυτά τα σημεία -μεταξύ πολλών άλλων- και κάθε φορά ο Θωμάς ήταν κάπου εκεί και με κοίταζε με το χαμόγελο από αυτί σε αυτί.
Οι ήρωές του είναι μαριονέτες στα -όλο για παιχνίδι διάθεση- χέρια του μόνο που εύκολα μπορεί κανείς να αναγνωρίσει σε ποιον ανήκουν τα δάχτυλα από κάτω. Σκαρφίζεται ονόματα περίπλοκα, φουλ σημειολογικά για τους ήρωες (Χριστόδημος, Χριστόφορος, Νικηφόρος) και δίπλα τους παίζουν Μαρίες αλλά τι Μαρίες: κορίτσια 40άρικα, αντικείμενα του πόθου που ψάχνουν τα χαρτάκια τους μέσα στη τσάντα, με σιωπές σαν θρόισμα αγριοδαμασκηνιάς, έτοιμες πάντα να προσφέρουν μία απάντηση ή έναν ώμο.
Μία έννοια που απασχολεί -ίσως περισσότερο από κάποιους άλλους- τον Θωμά και μαζί του κάθε δύστυχο Χριστόφορο είναι το θέμα της γυναικοκατακτησίας. Αυτή ή τις περισσότερες φορές η απουσία της γίνετε το καύσιμο στο ζούνταπ κάθε ήρωα ο οποίος ανοίγει το γκάζι, κάνει σούζα ή απλά σέρνεται προς την ολοκλήρωση της αποστολής του που δεν είναι άλλη από την κατάθεση του εσώψυχού του.
Η κατάθεση αυτή δεν γίνεται στα μουλωχτά αλλά συνήθως με τη συνοδία ηχητικών και άλλων εφέ. Όσοι έχετε παρακολουθήσει το Θωμά μέσα από το παράθυρο με θέαν θα έχετε προσέξει την επιλογή της μουσικής που κάνει πάντα τόσο εύστοχα και συνήθως ντύνει την πιο συναισθηματική σκηνή. Η μουσικές που επιλέγει είναι γαλλική μέινστριμ, Ίγκι Ποπ μέχρι και Κώστα Καφάση το “γέλα κυρία μου”.
Τα έργα του Θωμά έχουν μουσική, κλίμα και κοστούμια αλλά δεν έχουν χρόνο. Ίσως γιατί ο Θωμάς έχει πολύ κακή σχέση με το χρόνο ή μπορεί γιατί έχει βρει τον τρόπο να κινείται όπως θέλει μέσα σε αυτόν. Σχετικά με την αίσθηση που έχω για τον Θωμά και τον χρόνο θα σας διαβάσω μία αράδα από το βιβλίο του, στο διήγημα χρόνος.

Ένα νήμα λεπτό μα άθραυστο ενώνει τους ανθρώπους. η τεθλασμένη γραμμή της αγάπης πάνω στον σαρακωφαγωμένο χάρτη του χρόνου.

Μοιραστείτε:  

Tags: