Παναγιώτης Ι. Βασιλείου

Διαμάντι που δεν πωλείται

Παναγιώτης Βασιλείου

Ο Παναγιώτης Βασιλείου είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας-ποιητής και graffiti artist. Aπόφοιτος Ανώτερης δραματικής σχολής (2007-2010). Ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας Πέντε Έβδομα(2010) με την οποία και έχει πραγματοποιήσει τρεις θεατρικές παραγωγές σε δύο χρόνια: Ημέρωμα της στρίγγλας του κυρίου Σαίξπηρ-σκηνοθεσία Γιάννης Μπέζος-2011, Πεθαίνω σαν Χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη-σκηνοθεσία Πέντε Έβδομα-2011 και 2012, Ο άνθρωπος που τα έβαλε με τον Θεό του Παναγιώτη Βασιλείου-σκηνοθεσία ο συγγραφέας-2012. Έχει συμμετάσχει σε τρεις ακόμα θεατρικές παραγωγές ως ηθοποιός και στα περσινά βραβεία Αθηνοράματος. Έχει γράψει τρία θεατρικά έργα και μία ταινία μικρού μήκους (της οποίας τα γυρίσματα ξεκινούν στις αρχές του φθινοπώρου σε σκηνοθεσία του ιδίου) και έναν μεγάλο αριθμό ποιημάτων-πεζών. Το φθινόπωρο του 2012 πραγματοποιήσε μία έκθεση από καμβάδες και κατασκευές μαζί με το graffiti crew του (Shk-2005), οι οποίοι είναι και οι συντελεστές στις παραστάσεις του και στην ταινία που ετοιμάζει, ως προς το εικαστικό κομμάτι (σκηνικά, video, φωτογραφία).

Γράψε, σβήσε, γράψε, σβήσε και γράψε ξανά,
Στίχους,
Τοίχους,
Λέξεις προσπαθούν να αποτυπώσουν σκέψεις, φαντασίες, συναισθήματα.
Προς το παρόν ατελείωτα.
Λογικό, εφόσον τα ίδια τα αντικείμενα είναι ατελείωτα,
το κάθε ένα από αυτά (ποίηση, υποκριτική, σκηνοθεσία, graffiti)
και όλα αυτά μαζί.
Νέος ακόμα, μετρώντας 3 επαγγελματικά χρόνια.
Χρόνια, μήνες, μέρες, ώρες = χρόνος, πράγματα που δεν υπάρχουν, απλοί όροι για να μπορούμε να συνεννοούμαστε.
Η ποσότητά τους δε μετράει, παρά μόνο η ποιότητά τους.
3 χρόνια σπουδών πάνω στην υποκριτική με ‘’μεγάλους’’ καθηγητές,
8 χρόνια δράσης ζωγραφίζοντας μαζί
με μεγάλους συνοδοιπόρους,
2 χρόνια σκηνοθεσιών με βάση το ένστικτο,
23 χρόνια μελέτης και παρατήρησης του κόσμου,
του παρελθόντος, του παρόντος και του πιθανού μέλλοντός του.
6 χρόνια αποτύπωσής του.
Γεννημένος στην Αθήνα (1990), αναθρεμμένος στην Χαλκίδα (1999-2007), επιστρέφω στην Αθήνα για να ακουστώ καλύτερα (2007).
Γεμάτος ατέλειες, γεμάτος ελαττώματα.
Δέχτηκα κακή και κατευθυνόμενη εκπαίδευση στο σχολείο,
ανεπαρκή, ελλιπέστατη και πολλές φορές πιο κακή από την οικογένεια.
Πρόσχημα, η αγάπη.
Όλα με άξονα την αγάπη.
Όλοι με βάση την αγάπη έκαναν τα πιο φρικαλέα εγκλήματα.
Την αγάπη όμως για κάποιον άλλο, για κάτι άλλο και καθόλου για τον εαυτό τους.
Ποιο το νόημα, αφού δεν υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη;
Ναι, τον αγαπώ τον εαυτό μου,
θα ήμουν τρελός αν δεν το έκανα,
είναι ο μόνος που θα κουβαλάω στην πλάτη μου μέχρι να σβήσω,
και φυσικά δε θα μπορούσα να αγαπήσω εσένα.
Θα ήμουν βλάξ αν δεν τον αγαπούσα.
Θα ήμουν…
Πάντως δε θα ήμουν αυτός που είμαι.
Δε θα ήμουν καλλιτέχνης.
Δε θα ήμουν αυτός ο καλλιτέχνης.
Θα ήμουν όμοιος με τους προηγούμενους,
Χαχαχα,
γελάω,
χαχαχα,
γε-λά-ω!
(και μέσα μου κλαίω),
με το επίπεδό τους πλέον,
καλλιτεχνικό, πνευματικό, μου αφαίρεσαν το προνόμιο και την ευχαρίστηση να είμαι θεατής,
το επίπεδό τους σαν άνθρωποι,
ίδιο με οπαδού ποδοσφαιρικής ομάδας.
Ίδιο με οπαδού οποιασδήποτε ομάδας.
Ίδιο με οποιουδήποτε οπαδού,
ίδιο με αστυνομικού,
ίδιο με το επίπεδο φασίστα.
Πώς να αποκτήσει το οτιδήποτε επίπεδο σε αυτό τον τόπο ,
όταν η ρίζα του είναι ρίζα ενός τόσο σάπιου πράγματος; (το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι)
Οι περισσότεροι τομείς τέχνης βρίσκονται σε χειρότερο επίπεδο από τα παιχνίδια της super league, παράγοντες με μόνο σκοπό το κέρδος, παράγκες, διαιτησίες για ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα με φόντο ένα κακό παιχνίδι χωρίς θέαμα, παίκτες βουτηγμένοι στην ντόπα, ανίκανοι να παίξουν χωρίς αυτήν, δε βρίσκουν κίνητρο στο ίδιο το αντικείμενό τους παρά βγάζουν φωτογραφίες για εξώφυλλα κουτσομπολίστικων φυλλάδων πίνοντας ποτάκια με μοντέλα στα μπουζούκια.
Το μπουζούκι είναι υπέροχο, όποτε το ακούω σχεδόν κλαίω, αυτό και τη λατέρνα, (μιλώντας για ντόπια όργανα)
αλλά είναι όργανο,
δεν έχει καμία αξία μόνο του,
μετράει το πώς και το ποιος και μετά το ίδιο το όργανο.
Όπλο, δηλαδή.
Εκεί όμως θέλει θάρρος, ωριμότητα
και πάνω από όλα να μην υπάρχει πείνα και δίψα στο άτομο,
γιατί η εξουσία δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως αναπληρώνει το κενό τους στο στομάχι,
ενώ στην πραγματικότητα προκαλεί γαστρορραγία και με το τέλος της χρήσης της,
θέλεις διπλάσια δόση την επόμενη φορά σε ποσότητα και διάρκεια,
και γίνεσαι κτήνος, πληγωμένο μεν,
μα κτήνος, αχόρταγο και αξεδίψαστο,
και με μανία φτάνεις έναν ολόκληρο
κόσμο σε αυτό το σημείο.
Ηλίθιοι!
Είναι αδύνατο να κερδίσεις έναν ηλίθιο,
δεν παίζεις άλλο παρά το παιχνίδι του,
καθώς αυτός είναι ανίκανος να ανέβει
στις κορυφές που έχεις κατακτήσει.
Παίζεται μέσα στην έδρα του, στο
υπόγειο του επιπέδου του,
στο σκοτάδι του κενού του κεφα-
λιού, στο κενό της ανύπαρκτης συνείδησής του.
Γιατί μαζί με την Ελλάδα που ποτέ δεν
πεθαίνει, δεν πεθαίνει και ο βλάκας.
Γιατί ο βλάκας δεν έπαψε ποτέ να
υπάρχει στο πέρασμα του χρόνου,
Εξελίχθηκε,
Καμουφλαρίστηκε,
Εντάχθηκε, τα κατάφερε,
κατάφερε να μας πείσει πως ο homo erectus στην πάροδο του χρόνου εξαφανίστηκε,
και πως όλοι είμαστε απόγονοι homo sapiens.
Όχι!
Φυσικά και όχι, είναι ξεκάθαρο.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορείς να κάνεις κάτι για το θέμα.
Είναι θέμα γονιδίων. (Με εξαίρεση ένα πολύ μικρό ποσοστό χαζών ανθρώπων, οι οποίοι καταβάλουν τρομακτική προσπάθεια να ανέβουν επίπεδο, όμως τελικά το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνουν πολύ καλοί θεατές -τους έχουμε ανάγκη και αυτούς- και εκτός αυτού-…εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι, τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα -αλλά μέχρι εκεί και αυτούς οι οποίοι είναι ευφυείς, μα τρομακτικά παραιτημένοι και ενώ έχουν τα φόντα, βυθίζονται σε ένα προσωπικό έλος.)
Γεννιέσαι βλάκας,
δε γίνεσαι.
Και γεννιέσαι έξυπνος επίσης,
δε σε κάνει κάποιος.
Για αυτό δε γίνεται να αφυπνίσεις κανέναν, όσο και αν προσπαθείς.
Για αυτό και αυτό στο οποίο μπορείς να αρκεστείς είναι η συντροφικότητα.
Για αυτό ποτέ δεν άλλαξε και δε θα αλλάξει τίποτα (κύκλοι εσαεί),
ώσπου ο ήλιος να δύσει κάποια στιγμή, μια για πάντα.
Και σε αυτήν τη δύση θα ακουστεί
ως παραποιημένος στίχος,
‘’Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν άλλαξε ποτέ.’’
Ως τότε βέβαια, δε θα σταματήσω,
δε θα πάψω,
δε θα δώσω καμία τέτοια ευχαρίστηση σε κανέναν,
πως συμμορφώθηκα,
πως είμαι σωστός πλέον.
Όχι. απέναντί τους θα στέκομαι.
Ή εμείς, ή αυτοί.
Ή μαζί μου, ή μαζί τους.
Ποιος είμαι ; Σου συστήνομαι.
Διάβασε καλύτερα, πιο αργά,
κι εγώ θα συνεχίσω να ψάχνω μέσα
σε αυτά τα πέτρινα πρόσωπα,
ανθρώπους που θα εξορύξω από
μέσα τους ,
μία Αλήθεια,
λίγη Συγκίνηση.
Μέσα από τη στάση τους,
μέσα από τις πράξεις τους,
μέσα από την τέχνη τους.
Αν και δε με αφορά το ταλέντο,
και παρότι δεν υπάρχει παιδεία σε
αυτό το γεωγραφικό μήκος και πλάτος, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο,
αν και βαδίζουμε σε πυκνό σκοτάδι, (έχοντας συχνά πυκνά όλο και κάποιον νέο ‘’Μεσσία’’ ο οποίος δηλώνει πως το μόνο που θέλει είναι να μας βγάλει από αυτό) μιλώντας για παγκόσμια και όχι μονάχα για εγχώρια (εκτός αν κατάφεραν για όφελος τους κάποιοι εγχώριοι να με πείσουν τόσο πολύ πως το σκότος επικράτησε παντού),
βλέπω, όχι συχνά,
αλλά βλέπω πολλά μικρά, αυτόφωτα σώματα,
να αρχίζουν να ανατέλλουν.
Ελπίζω όλη αυτή η βία να μην τα καταστείλει και αυτά,
όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν.
Δε θέλω να ελπίζω, η ελπίδα είναι για
τους δειλούς και τους άπραγους.
Οι θαρραλέοι πράττουν,
(και οι ποιητές τραγουδούν για αυτούς),
δεν αναλώνονται στη διατύπωση
μελλοντικών σχεδίων τους,
τα οποία συνήθως μένουν στο στάδιο του μελλοντικού σχεδίου.
Κάθε σχέδιο βέβαια χρειάζεται χρήματα για την υλοποίησή του, σωστά;
Λάθος!
Αν είχα χρήματα,
δε θα έκανα τέχνη.
Θα έκανα καράβια.
Η τέχνη δε θέλει λεφτά, θέλει το
υστέρημα σου.
Θέλει το μεδούλι σου, το αίμα σου,
την ανάσα σου.
Η τέχνη δε θέλει τίποτα περισσό-
τερο, ή τίποτα λιγότερο από εσένα
ολοκληρωτικά.
Αν αναζητώ πάντοτε το καλύτερο,
είναι προσωπική μου ανησυχία,
δεν το προκαλεί η έλλειψη τεχνικών
μέσων.
Όσα και αν είχα, θα ήθελα περισσότερα.
Όσα προβλήματα και αν έλυνα, θα
έψαχνα καινούργια.
Ακόμη και αν έβρισκα τον ύπνο μου,
είμαι σίγουρος πως θα υπήρχαν χιλιάδες ακόμη λόγοι για να τον χάσω
πάλι.
Αν προσευχόμουν τα βράδια, όσα
και αν ζητούσα από το Θεό, αν μου
τα προσέφερε, την επόμενη στιγμή
θα του ζητούσα άλλα τόσα.
Οπότε τα δημιουργώ μόνος μου.
Με δυσκολία ναι,
τόση που, φορές – φορές, χάνεται το
νόημα.
Όμως τι νόημα θα είχε διαφορετικά;
Δεν έχει καν νόημα ένα ηλεκτρονικό
παιχνίδι όταν τερματίζεται εύκολα,
πόσο μάλλον τα αντικείμενα τα
οποία είναι κομμάτια της ζωής μου,
κομμάτια του εαυτού μου,
κομμάτια που αν μου τα αφαιρέσεις
θα είμαι πολύ παραπάνω ελλιπής
από ό,τι είμαι αυτή τη στιγμή που
σου μιλάω.
Και αν θες να σου περιγράψω τι είμαι,
είμαι διαμάντι κλεισμένο σε σεντούκι,
στο αμπάρι πειρατικού καραβιού.
Έχει τρικυμία γύρω.
Ψάξε με, τώρα.
Προτού βουλιάξουμε.
Άνοιξέ με και γνώρισέ με.
Όσο περνάει ο χρόνος από πάνω
μου, σκάβοντάς με, αυξάνει τις ρυτίδες μου, αυξάνει όμως και τα καράτια μου.
Είμαι διαμάντι που δεν πωλείται.
Διακοσμεί τα μυαλά και τις καρδιές
των συνοδοιπόρων του.
Στο φανερώνουν οι ίδιοι με τα μάτια
τους, αν τους κοιτάξεις καλά, θα με
δεις μέσα στις κόρες τους.
Γίνε και εσύ, σε χρειάζομαι,
με χρειάζεσαι,
χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο.
Μόλις στο είπα,
αυτό που μας έκρυψαν,
οι γονείς μας και οι παππούδες μας,
τόσο περίτεχνα, πριν καν γεννηθούμε.

Μοιραστείτε:  

Tags: