Βικτώρια Χίσλοπ

Ξετυλίγει το νήμα

Η Βικτόρια Χίσλοπ, γεννήθηκε στο Μπρόμλεϊ του Κεντ το 1959, μεγάλωσε όμως στο Τόνμπριτζ. Σπούδασε αγγλικά στο Κολέγιο St. Hilda’s της Οξφόρδης και στη συνέχεια εργάστηκε χρόνια, ως δημοσιογράφος και ταξιδιωτική συντάκτρια. Το 2005 και ύστερα από μία επίσκεψή της στην Κρήτη και ειδικότερα στη Σπιναλόνγκα, εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Νησί» (The Island), το οποίο έγινε μπεστ-σέλερ. Η επιτυχία του βιβλίου έκανε τους παραγωγούς του Χόλιγουντ να ζητήσουν τα δικαιώματα για τη δημιουργία μιας ταινίας. Σύμφωνα με την ίδια, η Χίσλοπ αρνήθηκε να επιτρέψει στο Χόλιγουντ να δραματοποιήσει το βιβλίο της (παρά την παχυλή αναμενόμενη αμοιβή) και επέλεξε να παραχωρήσει (έναντι πολύ ισχνότερης αμοιβής), τα δικαιώματα στον ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό MEGA για τη δημιουργία της ομώνυμης σειράς. Η ίδια δήλωσε, ότι «φοβήθηκε ότι το βιβλίο στο Χόλιγουντ θα μπορούσε να καταλήξει ταινία τρόμου».
Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε 23 ακόμη χώρες, έχει μεταφραστεί σε πάνω από είκοσι γλώσσες και σήμερα περιλαμβάνεται στη λίστα των πιο επιτυχημένων μυθιστορημάτων διεθνώς, ενώ κατατάχθηκε ανάμεσα στα 100 βιβλία που καθόρισαν τη δεκαετία.
Το 2008 η Χίσλοπ εξέδωσε το δεύτερο μυθιστόρημά της με τον τίτλο «Η Επιστροφή» (The Return), ενώ το 2009 παραχώρησε το διήγημά της “Aflame in Athens” για να δημοσιευτεί στο πρόγραμμα “Ox-Tales”, τέσσερις συλλογές διηγημάτων από 38 Βρετανούς δημιουργούς.
Το νέο της μυθιστόρημά «Το νήμα», που διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη, δημοσιεύεται στα αγγλικά, το Νοέμβριο του 2011.
Σήμερα ζει και εργάζεται στο Κεντ, όπου διαμένει με το σύζυγό της και τα 2 της παιδιά και έχει ένα σπίτι στην Ελλάδα που δηλώνει ότι αγαπάει πάρα πολύ –που αλλού- στην Κρήτη.

Βικτώρια Χίσλοπ

-Λόγω της ιδιότητάς σας, του ταξιδιωτικού συντάκτη, έχετε ταξιδέψει σχεδόν παντού. Γιατί επιμένετε να αντλείται την θεματολογία σας από την Ελλάδα;

Η αλήθεια είναι, ότι έχω ταξιδέψει σχεδόν παντού, αλλά είναι η Ελλάδα που με βοηθάει να έχω έμπνευση. Στην Αγγλία είναι δύσκολο για μένα να βρω θέματα και να γράψω ιστορίες γιατί είναι όλα τόσο κοντά μου. Στην Ελλάδα, ψάχνω ιστορίες από τα παλιά που μου προκαλούν το ενδιαφέρον. Άλλωστε αγαπώ πολύ την Ελλάδα και όταν γράφω για κάτι εδώ, έχω έναν πολύ καλό λόγο για να την επισκέπτομαι πολύ συχνά. Είμαι πολύ ευτυχισμένη στην Ελλάδα, έχω πάρει και ένα σπίτι στην Κρήτη και προσπαθώ να μάθω και όσο καλύτερα μπορώ την ελληνική γλώσσα. Έχω λοιπόν πολλούς λόγους για να θέλω να γράψω για την Ελλάδα.

-Έχω προσέξει –από το πρώτο σας βιβλίο ακόμα- πως ακόμα και μία ασθένεια όπως η λέπρα που αφήνει ορατά σημάδια, γίνεται λόγος για μία βαθύτερη και αλληγορική ανάλυση.

Στο νησί, οι ασθενείς ήταν μία μειονότητα και δεν μπορούσαν οι άλλοι να καταλάβουν αυτούς που έπασχαν από λέπρα. Για χιλιάδες χρόνια πίστευαν ότι η λέπρα ήταν μία κατάρα από τον Θεό. Για πάρα πολλά χρόνια. Αυτό δεν ήταν σωστό, όμως οι άνθρωποι πάντα τρομάζουν όταν κάτι επιφέρει αλλαγές στο σώμα τους, όπως συμβαίνει και με τη λέπρα. Οι λεπροί είναι η απεικόνιση της μειονότητας. Δεν υπάρχουν πλέον πολλοί λεπροί στην Ευρώπη, υπάρχουν όμως στην Ινδία και στην Νότια Αμερική και εκεί αποτελούν μία έντονη μειονότητα. Στην Ευρώπη, έχουμε άλλου είδους μειονότητες.

-Είναι σύμπτωση ότι όπως στο «Νησί» έτσι και στο «Νήμα» η ιστορία ξεκινάει με τον εγγονό (στο Νησί ήταν εγγονή) και ξετυλίγεται μέσα από την προσωπική τους ιστορία; Είναι κάποιο συγγραφικό τέχνασμα ή είναι η αγάπη σας για τους οικογενειακούς δεσμούς;

Δεν είναι σύμπτωση. Πολλές φορές οι νέοι δεν ξέρουν πως ήταν η ζωή των προγόνων τους και κάθε οικογένεια έχει «μικρά μυστικά». Η λέπρα ήταν κάτι για το οποίο δε μιλούσαν πολλοί, όπως και στην περίπτωση του Δημήτρη με τον εμφύλιο που δεν ήθελε να περιγράψει. Προσωπικά, πρέπει να έχω ένα λόγο να γράψω για μία ιστορία και αυτές οι προσωπικές ιστορίες λειτουργούν σα γέφυρα από το παρελθόν στο παρόν. Είναι οι παππούδες που μιλάνε γι’ αυτό. Θέλω να ρωτάνε οι νέοι για το πως ήταν η ζωή τους παλιά.

-Πόσο εύκολο είναι για μία Βρετανίδα να κατανοήσει τη Μεσογειακή ιδιοσυγκρασία και την ελληνική ψυχοσύνθεση;

Οι Έλληνες για μία Αγγλίδα είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τους Άγγλους και όταν βλέπεις κάτι που είναι τόσο διαφορετικό, είναι και πιο ξεκάθαρο. Δεν ήτανε δύσκολο για μένα να περιγράψω τους Έλληνες. Άλλωστε περιγράφω ότι βλέπω. Δε γράφω πολύ για τους Άγγλους γιατί μου είναι δύσκολο, είναι πολύ κοντά σε μένα και ύστερα, το να γράφω για την Αγγλία είναι επικίνδυνο γιατί όλοι μπορούν να πουν «α, αυτός ο χαράκτηρας είναι η μητέρα σου, αυτός είναι ο άντρας σου, αυτή είναι η φίλη σου». Στην Ελλάδα όλα είναι λίγο πιο μακριά από μένα.

-Εμείς πάλι θα λέγαμε ότι είστε πολύ κοντά και αυτό είναι που μας κάνει εντύπωση. Αν η επίσκεψη στο νησί και τα ερείπια που συναντήσατε εκεί ήταν η αφορμή για το πρώτο μπεστ σέλερ, ποιος ήταν ο λόγος ώστε να επιστρέψετε το βλέμμα στην Ελλάδα και να ξετυλίξετε το νήμα στην Θεσσαλονίκη – σταυροδρόμι των λαών και των πολιτισμών;

Ήταν λίγο – πολύ το ίδιο, όπως στο «Νησί», έτσι και στο «Νήμα», πήγα στη Θεσσαλονίκη πρώτη φορά χωρίς να ξέρω τίποτα, σαν τουρίστας. Δεν είχα διαβάσει τίποτα (ίσως να ήμουν και λίγο τεμπέλης) και είδα κάποια πράγματα που ήταν μεγάλες εκπλήξεις για μένα. Ταξιδεύω στην Ελλάδα 30 χρόνια και δεν ήξερα καθόλου την ιστορία αυτού του τόπου. Εκεί είδα για πρώτη φορά μιναρέδες, είδα ένα σπίτι που έλεγε ότι «εδώ γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ». Ξεκίνησα να μιλήσω στα ελληνικά με τον υπάλληλο που φύλαγε το σπίτι του Κεμάλ, αλλά διαπίστωσα ότι ήταν Τούρκος και αυτό ήταν πολύ περίεργο για μένα, να βρίσκομαι στην Ελλάδα και να έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε άλλη χώρα. Το ίδιο μου συνέβει όταν πήγα στο Εβραϊκό κοιμήτηριο στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι τότε δεν ήξερα ότι υπάρχουν Εβραίοι στην Ελλάδα μιας και δεν είχα δει ποτέ συναγωγή. Εκεί, κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, υπάρχει ένα μεγάλο μνημείο σαν τεράστιο δέντρο με σώματα. Σοκαρίστηκα όταν έμαθα ότι κάποτε υπήρχαν χιλιάδες Εβραίοι στη Θεσσαλονική και όταν επέστρεψα στην Αγγλία διάβαζα για πάνω από 2 χρόνια βιβλία σχετικά με τη Θεσσαλική που ανακάλυπτα στα βιβλιοπωλεία. Επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη, την περπάτησα – είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα πόλη- και μου αρέσει πάρα πολύ. Σκέφτηκα να γράψω το νήμα με πρόσωπα και ονόματα από τη φαντασία μου, για να θυμηθούμε λίγο τα παλιά και να ταξιδέψουμε σε εκείνα τα χρόνια με τους ήρωες της ιστορίας μου.

-Εμείς εδώ -νιώθω την ανάγκη- να σας πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ που ταξιδεύετε εσείς για μας και μας τα γράφετε τόσο ωραία, γιατί ο Έλληνας έχει τη συνήθεια να ταξιδεύει στη χώρα του χωρίς να ψάχνει καθόλου την ιστορία του. Ένας άλλος Βρετανός, ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ περιγράφει τη Θεσσαλική σαν «πόλη των φαντασμάτων». Εσάς αυτός ο χαρακτηρισμός σας καλύπτει ή πιστεύετε ότι είναι κάτι πιο ζωντανό που εξελίσσεται μέσα από το πέρασμα του χρόνου;

Πιστεύω λίγο στα φαντάσματα γιατί όταν πεθάνουμε υπάρχει κάτι από εμάς παντού. Δεν εξαφανιζόμαστε. Όπως στο Νησί, στη Σπιναλόνγκα, υπάρχει κάτι από τους ανθρώπους που έμειναν εκεί. Δεν είναι ακριβώς «φαντάσματα», δε βλέπω ανθρώπους, είναι μία ατμόσφαιρα. Τα «φαντάσματα» αυτά είναι το νήμα που μας συνδέει με το παρελθόν. Παρεπιπτόντως, ου αρέσει πολύ ο Μαρκ Μαζάουερ και πιστεύω πως πρέπει να τον διαβάσουν όλοι οι Έλληνες.

– «Χρυσή πύλη», «βαλκανική Μασαλία», «ευρωπαϊκό Πορτ Σάιντ». Είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς της Θεσσαλονίκης στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ποιόν θα επιλέγατε εσείς σαν πιο κατάλληλο;

Για μένα καταλληλότερος χαρακτηρισμός είναι το «χρυσή πύλη». Η πύλη έχει το στοιχείο της εισόδου αλλά και της εξόδου. Έτσι ήταν και είναι η Θεσσαλονίκη. Άνθρωποι από τη Μικρά Ασία ήρθαν, Εβραίοι έφυγαν…

-Θα μπορούσε να υπάρξει μία τόσο αρμονική πολυπολιτισμική συνύπαρξη σαν αυτή που περιγράφετε στο βιβλίο σας σήμερα;

Νομίζω, ότι το να ζούνε άνθρωποι από τόσους πoλλούς διαφορετικούς πολιτισμούς μαζί, όπως στη Θεσσαλονική του βιβλίου μου, είναι κάτι το οποίο το συναντάει κανείς στο Λονδίνο του σήμερα. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, ινδουιστές, Εβραίοι, 20-25 διαφορετικές γλώσσες καθημερινά στους δρόμους. Ακούω κάθε μέρα ελληνικά στο Λονδίνο! Δεν έχουμε πολλά προβλήματα και δεν ήταν πάντα έτσι. Αλλάζει συνέχεια το Λονδίνο και ίσως σε λίγα χρόνια να μπορούμε να το λέμε «Νέα Θεσσαλονίκη»!

– Δεδομένης της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μία σύγχρονη, ευρωπαϊκή Σπιναλόνγκα;

Πιστεύω ότι, δυστυχώς, οι Έλληνες αισθάνονται έτσι αλλά να ξέρετε ότι δεν είστε μόνοι. Δεν είστε σαν τους λεπρούς της Σπιναλόνγκα, εσείς έχετε φίλους στον «έξω κόσμο». Πρέπει να είστε αισιόδοξοι.

-Φανταζόμαστε συνήθως τον συγγραφέα σαν έναν άνθρωπο μεγάλης ηλικίας ο οποίος έχει αποτραβηχθεί από τη ζωή και καταγράφει τις εμπειρίες που έχει συλλέξει με τα χρόνια. Πως τα καταφέρνετε εσείς, που είστε μία νέα δυναμική γυναίκα με οικογένεια και μάλιστα 2 παιδιά;

Τα παιδιά μου είναι πια μεγάλα και σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο. Όταν ήταν μικρότερα, «έκλεβα» χρόνο από τις ώρες που ήταν στο σχολείο. Ύστερα, η εικόνα που έχει ο άντρας μου για μένα δεν είναι σίγουρα ίδια με αυτή που έχει μία νοικοκυρά στην Ελλάδα. Δεν είμαι πολύ του ξεσκονίσματος, άλλωστε η σκόνη πάντα επιστρέφει σε μία ξεσκονισμένη επιφάνεια. (γέλια) Μπορούμε να έχουμε σχεδόν το ίδιο αποτέλεσμα με μία φασίνα των 8 λεπτών σα να ασχοληθήκαμε με αυτή 8 ώρες!

-Μας έκανε εντύπωση πόσο καλά γνωρίζετε την Ιστορία και πόσο αντικειμενικά την καταγράψατε.

Έχω πολιτικές απόψεις, αλλά όταν γράφω βάζω τους ήρωές μου να μιλάνε για τις δικές τους. Προσπαθώ να είμαι όσο περισσότερο αντικειμενική γίνεται αλλά είναι, ξέρετε, όπως και με τα  ιστορικά βιβλία των ακαδημαϊκών ιστορικών που όσο αντικειμενικά κι αν είναι, είναι πάντα λίγο πιο αριστερά ή λίγο πιο δεξιά. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να είσαι ακριβώς στο κέντρο.

-Πως σας φάνηκε η μεταφορά του πρώτου σας βιβλίου στην τηλεόραση; Θα επιθυμούσατε κάτι ανάλογο και για «Το Νήμα»;

Σίγουρα ονειρεύομαι μία εξίσου καλή μεταφορά για «το Νήμα» στην τηλεόραση. Το νησί ήταν μία εξαιρετική δουλειά και φυσικά μου άρεσε πολύ. Τώρα γνωρίζω ότι δεν υπάρχουν χρήματα, υπάρχουν μόνο χρέη οπότε είναι δύσκολο να ξεκινήσουμε γυρίσματα τώρα. Σίγουρα είναι κάτι που θα ήθελα πολύ να γίνει στο μέλλον, με τους ίδιους ηθοποιούς, τους ίδιους συντελεστές, τα πάντα τόσο καλά όσο και στο «Νησί».

Βικτώρια Χίσλοπ - Το νήμα

Η συνέντευξη έγινε στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου «Το Νήμα», από τις εκδόσεις Διόπτρα, στο βιβλιοπωλείο «Διάμετρος». Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τη Βίκη Στεφανή, ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου «Διάμετρος», για την τιμή που μας έκανε, καθώς επίσης και τους Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο και Αλεξάνδρα Αυγερινού, εκδότη και υπεύθυνη επικοινωνίας των εκδόσεων «Διόπτρα», αντίστοιχα.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝIΚΗ, 1917
Την ώρα που γεννιέται ο Δημήτρης Κομνηνός, μια πυρκαγιά σαρώνει την ακμάζουσα πολυπολιτισμική μητρόπολη, όπου χριστιανοί, εβραίοι και μουσουλμάνοι ζουν πλάι-πλάι. Αυτό είναι το πρώτο από μια σειρά καταστροφικών γεγονότων που θα αλλάξουν για πάντα τη φυσιογνωμία της πόλης, καθώς ο πόλεμος, ο φόβος και οι διωγμοί αρχίζουν να διχάζουν τους κατοίκους της. Πέντε χρόνια αργότερα, η νεαρή Κατερίνα διαφεύγει στην Ελλάδα, όταν η πατρίδα της στη Μικρά Ασία ισοπεδώνεται από τα τουρκικά στρατεύματα. Έχοντας χάσει τη μητέρα της μέσα στο πανδαιμόνιο της φυγής, βρίσκεται μόνη της πάνω στο πλοίο προς έναν άγνωστο προορισμό. Από εκείνη τη μέρα, οι ζωές του Δημήτρη και της Κατερίνας πλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους, αλλά και με την ιστορία της ίδιας της Θεσσαλονίκης.

Μοιραστείτε:  

Tags: