Νίκος Κούνδουρος

Ο καλλιτέχνης είναι μπροστάρης

Ο Νίκος Κούνδουρος γεννήθηκε το 1926 στον Άγιο Νικόλαο στην Κρήτη. Σπούδασε Αρχιτεκτονική καθώς επίσης ζωγραφική και γλυπτική στην Καλών Τεχνών. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας πολιτικών, με μεγάλη παράδοση στην Κρήτη, βρέθηκε την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Εκεί αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 1953 γυρίζει τη πρώτη του ταινία, τη «Μαγική Πόλη» και το 1956 τον «Δράκο» που είναι ταινία-σταθμός για τον ελληνικό κινηματογράφο. Η σκηνοθετική του καριέρα κορυφώνεται το 1963 με το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες».
Συχνά η καλλιτεχνική του δημιουργία αντιμετώπισε προβλήματα με τη λογοκρισία όπως στην ταινία του «παράνομοι» (1958), που είναι η πρώτη ελληνική ταινία που αναφέρεται στον εμφύλιο πόλεμο. Στην επόμενη ταινία του «Το ποτάμι» (1960) διαφωνεί με τους παραγωγούς ως προς το τελικό μοντάζ της ταινίας. Η ταινία παίζεται στο φεστιβάλ Θεσσαλονικής με δυο διαφορετικές κόπιες και βραβεύεται, αλλά δεν παίζεται ποτέ στο κοινό κάτι που συνέβη και με την ταινία του «Vortex» που ολοκληρώθηκε στο εξωτερικό.
Ο Ν. Κούνδουρος έχει αντιπροσωπεύσει τον ελληνικό κινηματογράφο πολλές φορές στο εξωτερικό όπως στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1953 και 1956, στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1958, 1963 και 1967. Έχει επίσης τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Βερολίνου το 1963 ενώ αντίγραφα πολλών ταινιών του βρίσκονται στο Ευρωπαϊκό Μουσείο Κινηματογράφου, στη Γαλλική Ταινιοθήκη καθώς και στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Νίκος Κούνδουρος

Δείχνετε μία ιδιαίτερη προτίμηση στους τόπους καταστροφής. Να ρωτήσω γιατί;

Υπάρχουν λογής – λογής καταστροφές. Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν μας, δεν μπορούμε παρά να τρομάξουμε με το πως έχουμε επιζήσει από τις καταστροφές που έχουμε υποστεί. Είναι άξιο θαυμασμού, πως υπάρχουμε εσύ κι εγώ, μετά από μία αλυσίδα καταστροφών, οι περισσότερες ελληνικής επινόησης. Από τότε που θυμάμαι τη ζωή τη δική μου και από αυτά που άκουγα για τη ζωή των πατεράδων μας, υπάρχει μία σειρά καταστροφών που αποτελούν και τη μοίρα ενός ολόκληρου έθνους. Το ελληνικό έθνος γαλουχήθηκε, έγινε στιβαρό, έγινε κάποιες φορές και νικηφόρο μέσα από τις καταστροφές του. Από την κυριαρχία των Τούρκων ακόμα, μία ιστορική καταστροφή που είναι αδιαπραγμάτευτη. Έπειτα, η δολοφονία του Καποδίστρια, το «δυστυχώς επτωχεύσαμε» του Τρικούπη, καταστροφές στη νεοσύστατη ακόμα ελληνική δημοκρατία. Σε προσωπικό επίπεδο, έζησα την ήττα των δημοκρατικών στο κίνημα της Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας μου ήταν πολιτικός και ζήσαμε αυτήν την καταστροφή στο πετσί μας. Έπειτα ο Μεταξάς. Η επέλαση της δικτατορίας πάνω στην αδύναμη και φθίνουσα δημοκρατία. Ακολουθεί ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος, όπου αποδεχθήκαμε μία καταστροφή σαν νίκη. Αναστρέψαμε μία επίθεση χάρη στον ηρωισμό των στρατιωτών και τη δεχθήκαμε σαν επιτυχία που έπνιξε η επόμενη καταστροφή, η γερμανική κατοχή. Επιζήσαμε και από αυτή – νικηφόρα αν θέλεις, αφού ελευθερωθήκαμε – και ήρθε η απόλυτη καταστροφή που ήταν ο εμφύλιος. Μετά από αυτόν δεχθήκαμε μία καινούρια δημοκρατία, ύπουλη και ύποπτη, που επιβλήθηκε στους επιζώντες. Εγώ ήμουν αριστερός, πολέμησα στον εμφύλιο σαν ένοπλος ΕΑΜίτης της ομάδας Μπάιρον και έχω τρεις σφαίρες από το βρετανικό μυδράλιο στο πόδι μου. Ένα άτιμο μυδράλιο που θέλησε να σημαδέψει το αδύναμο κορμί ενός τίποτα – γιατί ένα τίποτα ήμαστε. Υπήρξα λοιπόν, αντικείμενο προσωπικής καταστροφής.

Η οποία ολοκληρώθηκε στη Μακρόνησο;

Έμεινα στο Μακρονήσι 4 χρόνια. Ήταν μία κόλαση που δε θα βγει ποτέ από το μυαλό μου. Τέσσερα χρόνια στο Μακρονήσι συνθλίβουν οτιδήποτε όμορφο μπορεί να έχει ένας άνθρωπος στην ψυχή του. Μια παιδεία από τους γονείς του ή από αυτό που λέγαμε Ελλάδα… Αυτά τα χρόνια με έκαναν έναν οργισμένο άνθρωπο του πολιτισμού.

Αλλάξατε όμως «όπλο». Γιατί αφήσατε τη ζωγραφική για τον κινηματογράφο;

Ήταν επιλογή ο κινηματογράφος. Σπούδασα στην Καλών Τεχνών, σπούδασα Αρχιτεκτονική αλλά επέλεξα τον κινηματογράφο, γιατί είναι η πιο «λαϊκότροπη» τέχνη. Έχει φωνή, έχει χιλιάδες αποδέκτες. Η ζωγραφική είναι ελίτ. Απευθύνεται σε μια κλειστή κοινωνία. Ο κινηματογράφος είναι η πιο κραυγαλέα μορφή τέχνης. Όλα τ’ άλλα τα θεώρησα σπατάλη ενθουσιασμού. Στο Μακρονήσι έμαθα τι θα πει θέατρο. Μέχρι τότε δε γνώριζα. Βγαίνοντας από εκεί θέλησα να βοσκήσω την ελευθερία μου, την ύποπτη όπως είπα ελευθερία με τη δεξιά στο σβέρκο του λαού και αποφάσισα να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Κατάλαβα, ότι ο κινηματογράφος σαν μέσο έχει φοβερή φωνή. Ο κινηματογράφος μέσα από μία ταινία εκπέμπει με χιλιάδες μεγάφωνα και έχει αμέτρητες δυνατότητες.
Η πρώτη μου ταινία γυρίστηκε σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων, στο Δουργούτι. Δεν έκανα ποτέ ταινίες για να διασκεδάσω. Δε συμμετείχα ποτέ σε αυτό το νέο είδος πολιτισμού των Ελλήνων. Ευνοήθηκα από τον «εμπορικό» κινηματογράφο της Βουγιουκλάκη, γιατί αυτή συντηρούσε όλους τους τεχνικούς, τα στούντιο και πάνω σε αυτές τις υποδομές πατήσαμε οι υπόλοιποι, όπως η αφεντιά μου και κάναμε ταινίες. Εγώ θέλησα όμως, να ενημερώσω και να δώσω έναν άλλο πολιτισμό. Έγινα κήρυκας μίας άλλης αλήθειας.

Δε σας πτοεί, δε σας πτόησαν ποτέ οι μικρές ή οι μεγάλες καταστροφές που πέρασαν ή περνούν από πάνω σας, όπως αυτή που βιώνουμε τώρα;

Για μένα η καταστροφή είναι μία πολύ οικεία κατάσταση. Γεννήθηκα, ανδρώθηκα, έκανα τις ταινίες μου μέσα από μία σειρά καταστροφών που δεν είχαμε επιλέξει. Ούτε τους Τούρκους τους διαλέξαμε, ούτε τους Ιταλούς, ούτε τους Γερμανούς, ούτε τον εμφύλιο. Μας τα επέβαλαν όπως μας επιβάλουν τώρα την οικονομική καταστροφή που ζούμε.
Θα μου πεις: «Δεν έχουμε μερίδιο ευθύνης;» Ο λαός έχει μερίδιο ευθύνης είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι. Αυτό που συμβαίνει τώρα, η επιβολή μιας γερμανικής τακτικής πάνω στα κοινά της πατρίδας μας (το «μας» με κεφαλαίο), δεν το διαλέξαμε εμείς. Αυτό μας διάλεξε κι εμείς το ανεχτήκαμε. Είναι λίγο πράγμα να έχεις ανεχτεί τη μοίρα σου; Κανείς δε διάλεξε ποτέ την κακή του μοίρα κι εμείς τώρα υπομένουμε την κακή ΜΑΣ μοίρα.

Που είναι αυτοί που θα αλλάξουν τα πράματα;

Η επανάσταση δε γεννιέται στα γραφεία των υποψιασμένων, η επανάσταση γεννιέται από τον πεινασμένο λαό. Βλέπω καθημερινά, όπως όλοι μας, ότι τα περιθώρια στενεύουν για το λαό. Γιατί αυτός ο λαός δεν κατεβαίνει στους δρόμους, γιατί δεν κατέλαβε τη Βουλή, γιατί δεν κρεμάει πολιτικούς, γιατί δεν πετάει την Τρόικα στη θάλασσα; Όλοι κινούνται στο όνομα της Δημοκρατίας. Περιμένουμε να ξεκινήσει η επανάσταση από το πεζοδρόμιο, γιατί από εκεί ξεκίνησαν όλες οι επαναστάσεις.

Λέτε ότι είστε αριστερός. Ποια είναι εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν μία «αριστερή» συνείδηση;

Εγώ την πολιτική μου συνείδηση την απέκτησα στο Μακρονήσι, ούτε πριν στον ΕΑΜ, ούτε μετά όπως πολλοί. Στην εξορία, υπήρχαν άνθρωποι αγράμματοι που δεν μπορούσαν να γράψουν στη φαμίλια τους κι εγώ είχα αυτοδιοριστεί γραμματικός τους. Χρόνια συναναστροφής με τους ταπεινούς του κόσμου τούτου, απέκτησα μία λαϊκή συνείδηση για την οποία είμαι περήφανος ακόμα και τώρα.

Ποιος ο ρόλος του καλλιτέχνη;

Δε μου αρέσει ο τίτλος αυτός, αλλά θα το δεχτώ αφού έχω διαμορφώσει κι εγώ για κάποια χρόνια το τοπίο στον πολιτισμό αυτού του τόπου. Η Τέχνη είναι εκείνη που συντηρεί ένα λαό, ο οποίος αυτήν τη στιγμή απλά επιβιώνει. Είναι εκείνη που θα τον περιμένει και όταν περάσουν τα δύσκολα για να τον πάει ακόμα παρακάτω. Ο καλλιτέχνης ήταν πάντα και θα παραμείνει μπροστάρης. Καλός, μίζερος, ένδοξος ή μέτριος, είναι αυτός που κρατάει την πατρίδα σε μία αναμονή ή σε κάποιο κύρος. Το μόνο που μένει είναι η Τέχνη.

Να περιμένουμε κι άλλα από αυτό το μπαούλο με τα οράματα που αναφέρατε νεότερος ότι κουβαλάτε;

Τα κουβαλάω ακόμα. Αυτή η περίεργη αισιοδοξία με διακατέχει ακόμα και τώρα, που βρίσκομαι σε μία προχωρημένη ηλικία.
Αποχαιρετώ έναν κόσμο – ηχεί λίγο μελαγχολικά η λέξη – που – άλλοτε σαν εθελοντής και άλλοτε σαν καταπιεσμένος – είχα φέξει!

Να ‘τοι πάλι οι αποχαιρετισμοί! Έχετε ένα θέμα μαζί τους. Ακόμα και το βιβλίο που εκδόσατε πριν από 3 χρόνια έχει τίτλο «ονειρεύτηκα πως πέθανα»!

Είμαι 120 χρόνων πια – λέω 120 για να δημιουργήσω κλίμα – και νιώθω ότι τα πράματα τελειώνουνε. Είναι μεγάλη απογοήτευση να τελειώνουν τα δικά μου τα πράματα τώρα που τελειώνουν τα πράγματα όλου του κόσμου. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Χρησιμοποιώ αυτή τη φρικτή λέξη για να περιγράψω μία αλήθεια. Πρέπει να βρεθούν φωνές για να μας ξυπνήσουν και να μας ξαναφέρουν στην επιφάνεια, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν. Κάποια στιγμή η κυρία Μέρκελ είπε, ότι ο ελληνικός λαός δε θα τα καταφέρει και ότι θα μας αποβάλλει το νέο οικονομικό γίγνεσθαι. Αντέδρασα χαρακτηρίζοντάς την άσχημα, στο Σύνταγμα, με αυτή την ιταλική λέξη με τις 3 συλλαβές. Με σταματάνε ακόμα στο δρόμο και μου λένε «μπράβο ρε Κούνδουρε»!

Γλυπτό του Νίκου Κούνδουρου

Θα μας πείτε κάτι για την νέα σας ταινία;

Ετοιμάζω να κυκλοφορήσω μια ταινία τώρα και μάλιστα κάποιοι είπανε: «ακόμα μία ταινία του Κούνδουρου». Έτσι είναι. Είναι ακόμα μία ταινία μου. Μιλάει για το πνιγμένο στο αίμα δίκιο των Παλαιστινίων απέναντι στην αδιαφορία των Ευρωπαίων και των λαών που δεν έχουν άμεση σχέση με την Ανατολή. Μιλάει για τον κίνδυνο που κουβαλάει ο επεκτατισμός του Ισραήλ, ενός λαού που λίγα χρόνια μετά τα δεινά που πέρασε από τη ναζιστική λύσσα βρίσκεται από θύμα, θύτης.

Για ποιο λόγο έχετε προγραμματίσει ένα ταξίδι στην Κρήτη;

Θα κατέβω στην Κρήτη για το εγκαίνειο ενός γλυπτού μου. Το γλυπτό αυτό είναι η απάντηση μας στη Μέρκελ. Είναι δουλειά 2μιση χρόνων. Στοίχισε πολλά και πραγματοποιήθηκε χάρη στη βοήθεια του κρητικού λαού και των επιχειρηματιών που χρηματοδότησαν το έργο. Απεικονίζει τον ταύρο με την Ευρώπη στη πλάτη του, για να θυμίζει στους Ευρωπαίους την Ιστορία τους…

Μοιραστείτε:  

Tags: