Και όμως.

Kαθώς αποκήρυξε την προαιώνια παγκόσμια τάξη και αναθεμάτισε τις προσταγές των φυσικών νόμων, άνοιξε τα νυχτοκέντητα φτερά της. Με το Μηδέν και το Μέγα Έλεος να σφιχταγκαλιάζονται και έχοντας στη θύμηση της το κλέος και την τραγικότητα του αρχαίου μύθου, περιδιάβηκε χωρίς επιστροφή, μα μονάχα με ένα δάκρυ: τις κλίμακες του λογικού, το επίπονο κέλευσμα της ματαιοδοξίας, τις παραινέσεις και επιταγές που για αμέτρητα, ασχημάτιστα φεγγάρια περιχαράκωναν τον ιδεατό της ορίζοντα, τις όψεις των δισταγμών και τον ανόθευτο ακόμα παιδικό της αναστεναγμό.

Κ΄ έτσι αντίκρισε:

Την εξορία των λέξεων
Το πένθος δύο άστρων
Το λάθος των ωκεανών
Το πέρας των βλεμμάτων
Την σύντομη πορεία των ωρών
Τα χώματα που εγκυμονούν την θλίψη
Τις υπέρμετρες επιδιώξεις μιας πρωινής βροχής
Την Γένεση, τον Θάνατο και το ερωτικό τους σκίρτημα
Τον χρυσό μανδύα του ηλίου και την παρατεταμένη διαύγεια του
Τον θαυμαστό σχηματισμό των απογευματινών φθινοπώρων
Την παρέλαση των μικρών στιγμών μιας πρώιμης νιότης
Τις περγαμηνές των ανεπίλυτων μυστηρίων
Το ίχνος της περιστροφής της γης
Τον μόχθο της προσδοκίας
Τις κραυγές των Μαινάδων
Της ζωής τον πόθο
Τον επιούσιο σκοπό

Μετά από αυτό το ταξίδι και σα γερασμένη από των πρώτων δεκαετιών τη διέλευση, έπιασε τον εαυτό την να αιωρείται, αναλογιζόμενη της αυριανής ευτυχίας το ιδιώνυμο ερωτηματικό. Έβαλε ακόμη μια φορά υποθήκη το κλάμα της με την υπόνοια πως ζει. Και όμως έζησε. Και όμως ζει.

Μοιραστείτε:  

Tags:

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!