Κατγούμαν

Ήμουν ξαπλωμένη όταν ξαφνικά άκουσα έναν θόρυβο. Τέντωσα τα αυτιά μου μα δεν έπιασα τίποτα άλλο. Εκείνον τον αλλόκοτο θόρυβο, όμως, τον είχα ακούσει, ήμουν σίγουρη. Σκούντηξα τον Κώστα: αδύνατον, κοιμόταν σαν πεθαμένος. Σηκώθηκα και πήγα προς τη μπαλκονόπορτα, παραμέρισα τις κουρτίνες. Ένα τεράστιο φεγγάρι είχε περικυκλώσει τα βουνά. Φεγγάρι άσπρο γεμάτο κρατήρες. Είχε τόσο φως που κατάφερνα να δω κάθε λεπτομέρεια τριγύρω. Μια κατσαρίδα δίπλα στον φίκο, για παράδειγμα. Ξανάκουσα τον θόρυβο και ασυναίσθητα αναπήδησα πίσω.

Άνοιξα μαλακά την μπαλκονόπορτα και ξεπρόβαλα το κεφάλι. Κανείς. Γύρισα στο κρεβάτι και κουλουριάστηκα σε μια γωνία: ο Κώστας είχε πιάσει όλη την πλευρά που του αντιστοιχεί, συν ένα μεγάλο μέρος από τη δική μου. Το ροχαλητό του ήταν πιο τρομακτικό ακόμα κι από εκείνον τον θόρυβο.
Έμεινα έτσι για κάμποσο, ώσπου κατάλαβα πως ήταν ανώφελο. Ξανασηκώθηκα, έχωσα τα πόδια μου στις παντόφλες και τις έσυρα μέχρι την κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι ήταν τα σαντέ του Κώστα. Κάπνισα ένα. Βρωμοτσίγαρα άφιλτρα. Δεν ήθελα να κοιτάξω το ρολόι, αλλά σίγουρα ήταν πολύ αργά. Έφαγα τρία μελομακάρονα και μισό κουραμπιέ. Άναψα ακόμα ένα σαντέ. Ύστερα αποφάσισα να βγω στο μπαλκόνι.
Το φεγγάρι φώτιζε τα σπίτια, τα δέντρα, το σύμπαν όλο.
Στα αριστερά μου ήταν το παραπέτο που χωρίζει το δικό μας μπαλκόνι από το γειτονικό διαμέρισμα. Το διαμέρισμα του Νίκου. Πίσω από το πλεξιγκλάς φάνηκε ένας ίσκιος. Ο ίσκιος μού μίλησε σα να με περίμενε ραντεβού και είχα αργήσει κάνα δυο τρεις αιώνες:
-Καλησπέρα, Μαρία…
-Μου ‘κοψες το αίμα! Εσύ έκανες αυτόν τον θόρυβο;
-Τι θόρυβο; Μπορεί να ήταν ο αέρας…
Δε φυσούσε καθόλου. Στο φως του φεγγαριού έβλεπα τη μεγάλη μύτη του Νίκου και τις ρυτίδες στο λυπημένο του πρόσωπο. Έσιαξα τη νυχτικιά μου και πλησίασα:
-Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;
-Τίποτα…
-…
-Πώς πάει;
-Καλά.
-Ο Κώστας;
-Ως συνήθως.
Κάποτε ο Κώστας και ο Νίκος ήταν φίλοι. Ένα βράδυ, όμως, πλακώσανε τις μπύρες, λογοφέρανε, ο Νίκος έφυγε και δεν ξαναμιλήσανε από τότε.

Έσκυψε και μου έτεινε ένα τρίφυλλο.
-Πρόσεχε ρε Νϊκο, θα πέσεις!
Άπλωσα το χέρι να τον συγκρατήσω απ’ τον ώμο. Ο ώμος του ήταν ζεστός και τραχύς.
-Γεια μας…
-Γεια μας.
Tράβηξα τρεις γερές τζούρες, με έπιασε ξερόβηχας.

-Μαρία, ξέρεις γιατί τσακωθήκαμε με τον Κώστα;
-Άστο, δε χρειάζεται.
-Σου το ‘χει πει;
-Όχι.
-Δεν ξέρεις τίποτα;
-Χέστο, σου λέω ντε!
-…
-Στόλισες χριστουγεννιάτικο δέντρο;
-Όχι ακόμα…
-Άστο δεν επείγει, το στολίζεις όταν έρθει το Πάσχα.
Ρίξαμε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια, ξυπνήσαμε τα σκυλιά απέναντι και μας αλυχτήσανε.
Μετά σοβαρέψαμε απότομα:
-Τι γίνεται με τη δουλειά, Νίκο;
-Τι να γίνει… Υπομονή…
-Yπομονή, ναι.

Γαμώ την υπομονή μου μέσα.

-Μαρία… χτες σε άκουσα που σιγοτραγουδούσες μόνη σου…
-…
-Έλεγες το «Για το μάτια του κόσμου»…
-Δε θυμάμαι.
-Άκουγα τη φωνή σου και… Μαρία… πώς να στο πω… ήταν σαν…
-…
-… Σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο στη ζωή να ακούσω και να δω, μονάχα η φωνή σου…
Έριξε το βλέμμα του κάτω. To έκανε πάντα αυτό όταν τρακαριζόμασταν στην είσοδο της πολυκατοικίας και έτρεχε να με βοηθήσει με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ.
Στον ουρανό πέρασε ένα αεροπλάνο. Παράξενο: αεροπλάνο στη Χαλκίδα; Θα ‘χε χάσει το δρόμο του. Φαντάστηκα τους επιβάτες δεμένους με τις ζώνες ασφαλείας. Άλλος να διαβάζει εφημερίδα και άλλος να χαζεύει κάτω στη γη δύο εκτοπλάσματα χωρίς ζώνη ασφαλείας και με ανάμεσά τους ένα παραπέτο.
Ο Νίκος μού πάσαρε πάλι το τσιγαριλίκι. Και για πρώτη φορά στη ζωή του με κοίταξε κατάματα.
-Νίκο, καλύτερα να μπω μέσα…
-Βέβαια… Καλύτερα…
-Καληνύχτα.
-Μια στιγμή…
Στράφηκα προς το μέρος του σαν να ‘χα ρίξει τα ζάρια και περίμενα να δω τι θα φέρουν. Ήταν μια στιγμή τελείως διαφορετική από όλες τις άλλες χιλιάδες δισεκατομμύρια στιγμές. Σκαρφαλωμένη στο κάγκελο, ακροβατούσα πάνω απ’ το χάος, με τη νυχτικιά μου να ανεμίζει αρπαζόμουν στις ρόδες του αεροπλάνου και πηδούσα από ταράτσα σε ταράτσα σε στυλ κατγούμαν.

-Μαρία…
-…
-Δώσε από μένα χαιρετίσματα στον Κώστα…
-…
-Μαρία…
-Θα του τα δώσω.
Πέρασε το χέρι μέσα απ’ τα μαλλιά του. Μετά χρησιμοποίησε το ίδιο εκείνο χέρι για να μου γνέψει «γεια». Ένα «γεια» τόσο βαρύ, λες και θα έφευγα για την Αυστραλία.

Στην κρεβατοκάμαρα έβγαλα τις ηλίθιες παντόφλες μου και έλεγξα το ξυπνητήρι. Μπήκα στα σεντόνια και έκλεισα τα μάτια. Θυμήθηκα τον θόρυβο. Τι να ήταν άραγε; Ξανάνοιξα τα μάτια. Ο Κώστας τίναξε τα πόδια του και συνέχισε απτόητος τον ύπνο του. Σκέφτηκα τον κόσμο έξω από το σπίτι μου. Ολόκληρο τον ρημαδοπλανήτη που περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό του έτσι για πλάκα, χωρίς λόγο. Και τον Νίκο. Μόνο του στο μπαλκόνι. Μετά δε σκέφτηκα τίποτα πια, εκτός από το ότι καλό θα ήταν επιτέλους να αποκοιμηθώ.

*Ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος προτείνεται το “Via con me” του Paolo Conte.

Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.