Ξυπόλητος

Ο κήπος σου είναι αίσχος και η αυλή σου έχει σωρούς πεσμένα φύλλα από δύο χρόνια. Μπαίνω κρυφά όταν λείπεις, ξεχορταριάζω, κλαδεύω, φροντίζω τα λουλούδια, ποτίζω νύχτα και μέρα. Είσαι πολύ αφηρημένη και αμελής, πρέπει να πω.

Ξυπόλητος, εικονογράφηση: Σοφία ΜυλωνάΌταν περνάει ο ταχυδρόμος, μου δίνει τη σάκα του και έρχομαι εγώ να σου φέρω την αλληλογραφία. Κάτι φάκελοι από τράπεζες, λογαριασμοί, τέτοια. Σε βάζω να υπογράψεις σε μια δήθεν κατάσταση.
Tα λαμπερά βαμμένα μπλε νύχια σου με ανατριχιάζουν κάπως, καλό θα ήταν να άλλαζες χρώμα.
Σου στέλνω μια ειδοποίηση τάχα από την πολεοδομία, να περάσεις για τον ημιυπαίθριο. Τρέχω και διώχνω όλους τους υπάλληλους, παίρνω τη θέση τους στο γραφείο και σε περιμένω. Μόλις που προλαβαίνω να σκουπίσω τα ελεεινά παπούτσια μου. Έρχεσαι, κάθεσαι, σου εξηγώ ότι έχεις κάνει κάποιες πολεοδομικές παραβάσεις, αλλά θα το τακτοποιήσω άμεσα και μάλιστα χωρίς μίζα. Τα μαλλιά σου είναι μαζεμένα και αποκαλύπτουν ένα λαιμό που θα τον ζήλευαν όλοι οι ζωγράφοι της Αναγέννησης. Ενώ χαζεύω το λαιμό σου, βάζω σ’ ένα χαρτί σωρηδόν σφραγίδες και αριθμούς πρωτοκόλλου.
Είναι πολύ ρομαντικά στην πολεοδομία.
Δουλεύεις σε μια καφετέρια στην παραλία. Ξημεροβραδιάζομαι στην καφετέρια, πίνω τσίπουρα και μπίρες και ουίσκι με σόδα, όλα μαζί. (Και να σκεφτείς, ότι ποτέ δεν έβαζα σταγόνα αλκοόλ στο στόμα μου…)
Πας κι έρχεσαι ανάμεσα στα τραπέζια μ’ ένα υπέροχο μισοκοιμισμένο βάδισμα. Μου λες «δε νιώθω τα χέρια μου από την κούραση». Ως εκπρόσωπος του Δικτύου Αλληλεγγύης Εργαζομένων (που ακόμα δεν έχει φτιαχτεί), αναλαμβάνω να σερβίρω εγώ. Μου πέφτουν και σπάνε
σχεδόν τα μισά ποτήρια και φλιτζάνια.
Σε διακρίνω στο βάθος να κοιτάς, ίσως το μακρινό αστέρι Αλδεβαράν.
Ένας φίλος διαβεβαιώνει ότι, με βάση έγκυρες πηγές, δεν υπάρχει κάποιος άντρας στη ζωή σου. Βγαίνω στην παραλία και τραγουδώ και χορεύω και φιλάω στο στόμα τους ψαράδες.
Είναι το καλύτερο νέο που άκουσα τα τελευταία χρόνια.
Έχω συνεννοηθεί με το εφημεριδάδικο: Κυριακή πρωί, σου φέρνω εγώ τις εφημερίδες, τάχα ένα καινούργιο σύστημα ντελίβερι τύπου. Χώνω το κεφάλι μου από τη μισάνοιχτη πόρτα, η κουζίνα σου είναι ηλιόλουστη. Ακούγεται το «I’ll Make Love to You Anytime», του J.J. Cale. Φοράς μια ξεχειλωμένη μπλούζα, που πέφτει λίγο στο πλάι και αφήνει γυμνό τον ένα σου ώμο.
Ο ώμος σου είναι το απαύγασμα των ώμων. Πάνω του στέκεται ένας άγγελος.
Μένεις στις Ροδιές, στην Αμφιδάμαντος χαμηλά και έχεις ένα λαχανί σιτροέν. Κάθε βράδυ μεσάνυχτα, σου αφήνω στον υαλοκαθαριστήρα ένα τριαντάφυλλο στυλ Βέγγος και Αλίκη Βουγιουκλάκη στο «Μανταλένα». Το πρωί το παίρνεις, το μυρίζεις και χαμογελάς. Μπαίνεις και βάζεις μπρος. Φεύγεις, φεύγεις. Σου γνέφω κρυμμένος πίσω από τις φυλλωσιές.
Μισώ τα παπούτσια μου. Είναι βρώμικα και στραβοπατημένα.
Πώς θα καταφέρω κάποτε να σε πλησιάσω σαν αυτός που αληθινά είμαι;
Εντωμεταξύ, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, στιγμή τη στιγμή έρχονται τα Χριστούγεννα. Ο μικρός Χριστούλης ακόμα δεν πρόλαβε να γεννηθεί και οι μνημονιακοί υπουργοί, του έχουν ήδη έτοιμο το σταυρό. Ο Ιωσήφ δε βρίσκει να πληρώσει τα κοινόχρηστα και το πετρέλαιο της φάτνης, ενώ η Μαρία δουλεύει δεκατετράωρο στο σούπερ μάρκετ. Ψάχνω στο κεσεδάκι με τα κέρματα να μαζέψω κάνα ευρώ να σου φέρω σμύρνα, χρυσό και λίβανο.
Οι Άνθρωποι δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη. Η κραυγή των Ανθρώπων κυοφορείται αργά και επίπονα, η ηχώ της ταξιδεύει μέσα από δαιδαλώδη αρχέγονα σωθικά. Κάθομαι δίπλα σου στο πεζούλι της πλατείας, ανάμεσα σε άλλους διαδηλωτές. Σου ζητάω λίγη από τη σοκολάτα σου, μου δίνεις τη μισή, σου λέω «μη στη φάω όλη», κρατάς κόντρα με τα δάχτυλά σου, σπάω ένα πιο μικρό κομμάτι ενώ ξέρω πως στην πραγματικότητα είναι τα δάχτυλά σου, είναι τα δάχτυλά σου που θέλω.
Έρχομαι στο σπίτι σου, ως μέλος του σώματος εθελοντών από τη ΔΟΥ Χαλκίδας που υποτίθεται, ότι μετράνε και τακτοποιούν τις χιλιάδες εκατομμύρια αποδείξεις των φορολογούμενων. Μου φέρνεις τις αποδείξεις μέσα σ’ ένα παπουτσοκούτι και μου προσφέρεις ληγμένα μπισκότα νταϊτζέστιβ. Φεύγεις μέσα, κάτι πληκτρολογείς, αυτήν τη φορά το αυτί μου πιάνει το «Suzie Q» (δεν υπάρχει αμφιβολία: είσαι παλαιοροκού). Πάω στο μπάνιο σου: Έχει πιάσει βρύα και λειχήνες. Άπειρα σαμπουάν, αναρίθμητες κρέμες κάθε είδους, αφρόλουτρα, μαλακτικά. Αδειάζω πάνω μου το μπουκαλάκι με το άρωμά σου. Φτιάχνω το χαλασμένο καζανάκι, σφίγγω τις βρύσες που στάζουν. Περνάει η ώρα, μετράω και ξαναμετράω αποδείξεις, μου λες μήπως να κάτσω να φάμε, κόβεις μια αλλόκοτη σαλάτα με μοβ λάχανα και μπλε ακτινίδια. Τρως σαν πουλάκι, μισό μακαρόνι, ένα τρίτο μπουκιάς ψωμί. Λες «τα’ χω τα κιλάκια μου».
Όταν μια γυναίκα είναι αριστούργημα, είναι αριστούργημα. Ανεξαρτήτως κιλών.
Έχεις ένα σωρό αλλεργίες. Αλλεργία στο τρίχωμα των γατιών, αλλεργία στα πεύκα, αλλεργία στο σουσάμι. Μελετάω τα σχετικά λήμματα της ιατρικής εγκυκλοπαίδειας και σου φτιάχνω ειδικά εκχυλίσματα με βότανα και διάφορα τέτοια. Είσαι συνέχεια πρησμένη. Όταν σε βλέπω, τρέχω να μου διηγηθείς πού οφείλεται το καινούργιο σου πρήξιμο.
Τρελαίνομαι για αλλεργίες.
Πέταξα πια τα παπούτσια μου. Τα πέταξα. Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν με την ψυχή στο βλέμμα, περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα.
Καίει τα πόδια μου η άσφαλτος και τρυπιούνται στα αγκάθια και τα γυαλιά. Όμως δεν το νιώθω. Αύριο θα έρθω, θα καθρεφτιστώ στα μάτια σου και θα σου συστηθώ σαν αυτός που πραγματικά είμαι: o Ξυπόλητος.

*Οι εμβόλιμοι στίχοι στον επίλογο είναι της Μαρίας Πολυδούρη.
*Σε κάθε περίπτωση ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος προτείνονται τo «I’ll Make Love to You Anytime» του J.J. Cale και το «Suzie Q» των Creedence Clearwater Revival.
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.