editoriαν #33

editoriαν #33Ένα παραμύθι αντί για editoriαν

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του κάθε ανθρώπου, όπου ο λευκός λαγός έρχεται να του ανοίξει πόρτες που οδηγούν σε μέρη αλλόκοτα και πρωτόγνωρα. Από το κρεβάτι σου όπου απολαμβάνεις ένα περιποιημένο βραδινό, μπροστά από την τηλεόραση, βρίσκεσαι ξαφνικά στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, μετά από ένα μανιτάρι που έλεγε «φάε με». Περνώντας μέσα από μία μικρή πορτούλα βγαίνεις από την υπερασφάλεια που σου παρέχει η πολλών κυβικών τζιπάρα σου και βρίσκεσαι μία μέρα στο μικρό, δανεικό αυτοκινητάκι, μαζί με μία ακόμα τετραμελή οικογένεια, και όλοι μαζί καραγουστάρετε. Το «ξύπνα, Αλίκη» αργεί και μέσα από αυτή τη χώρα των θαυμάτων οι πόρτες των προκλήσεων ανοιγοκλείνουν και τα σκηνικά αλλάζουν διαδοχικά σαν να προσπαθείς να ισορροπήσεις στον κάδο ενός πλυντηρίου που δουλεύει και να κοιτάξεις απέναντι. Το πρώτο πράμα που σου έρχεται στο μυαλό τη στιγμή εκείνη, είναι να βγάλεις από την τσέπη το έξυπνο κινητό και να σου δώσει συντεταγμένες, στάτους φίλων, να σου υπενθυμίσει εκδηλώσεις και να σου υποδείξει πως πρέπει να συμπεριφερθείς για να πάρεις τα περισσότερα «like» από «φίλους» που βράζουν στο ίδιο ή σε διπλανό καζάνι.
Αντιλαμβανόμαστε καθημερινά μια πραγματικότητα, ύστερα από τα «μαγικά χαπάκια» του λαγού με το ρολόι, προσποιούμενοι ότι ποτέ δεν ήταν αλλιώς. «Όταν» όμως, «εξαγνισθούν οι πύλες της αντίληψης, τα πάντα θα αποκαλυφθούν στον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι, αιώνια. Γιατί ο άνθρωπος εγκλώβισε τον εαυτό του έτσι ώστε να τα βλέπει όλα μέσα από τις ρωγμές της σπηλιάς του». Το έγραψε και ο William Blake στο ποίημά του «The Marriage of Heaven and Hell», ενέπνευσε τον Aldous Huxley που το έκανε βιβλίο υπό την επήρεια ναρκωτικών το οποίο με την σειρά αποτέλεσε αφορμή για τον Μόρισον να ονομάσει έτσι τους Doors.

Μοιραστείτε: